Το Σαββατοκύριακο που πέρασε ήταν πυκνό σε γεγονότα και πολιτικά μηνύματα, με την αφετηρία να δίνεται ήδη από τα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας και το Φόρουμ των Δελφών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ξεχώρισε η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα περί «επιστροφής για να επιστρέψει η κανονικότητα». Μια φράση που εύλογα προκαλεί ερωτήματα: ποια κανονικότητα εννοεί;

Και αφήνω αυτό εδώ προς στιγμήν και επανέρχομαι παρακάτω.

Την ίδια στιγμή, η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν και οι νέες ελληνογαλλικές συμφωνίες αναδεικνύουν μια διαφορετική εικόνα από αυτήν που είχαμε συνηθίσει. Η Γαλλία, ως ισχυρός ευρωπαϊκός πυλώνας, επιβεβαιώνει έμπρακτα τη στήριξή της προς την Ελλάδα σε πολλαπλά επίπεδα: άμυνα, έρευνα, ανάπτυξη και επιχειρηματικότητα. Σε συνεργασία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο στρατηγικών συμμαχιών που ενισχύει τη θέση της χώρας διεθνώς.

Και επανέρχομαι, και διερωτώμαι, σε αυτές τις εξελίξεις, τίθεται το ερώτημα: δεν αποτελεί αυτό μια μορφή κανονικότητας; Δεν είναι κανονικότητα οι ισχυρές διεθνείς συνεργασίες, η πρόωρη αποπληρωμή χρεών, η ενίσχυση της άμυνας, η δημιουργία υποδομών υγείας και η σταδιακή αύξηση μισθών βάσει δημοσιονομικών δυνατοτήτων;

Ποια είναι τελική αυτή η κανονικότητα;

Από την άλλη, η περίοδος 2015-2019 φέρνει στη μνήμη εικόνες διαφορετικές: περιορισμούς κεφαλαίων, αβεβαιότητα και θεσμικές εκκρεμότητες. Είναι αυτή η «επιστροφή» που προτείνεται;

Σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο ασταθές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους πυροβολισμούς γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ, η έννοια της κανονικότητας μοιάζει πιο ρευστή από ποτέ. Οι εξελίξεις είναι ταχύτατες, απρόβλεπτες και συχνά ανησυχητικές.

Ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι ήταν η κανονικότητα, αλλά ποια κανονικότητα μπορεί να διασφαλίσει σταθερότητα και προοπτική στο σήμερα, και στην τελική ποια ακριβώς εννοούν κανονικότητα οι πολίτες.