Τελικά είναι πολύ βαρύ το μολύβι όταν το συναίσθημα που σε διακατέχει είναι η θλίψη και το πένθος.

Όταν νιώθεις, εν πάση περιπτώσει, ότι το μόνο πράγμα που έχεις στο μυαλό σου και που θες να βγάλεις πάνω σε ένα χαρτί είναι ένα δυστύχημα. Θάνατοι νέων ανθρώπων. Και μάλιστα, δεύτερη μέρα στη σειρά.

Στη Ρουμανία, επτά νέα παιδιά σκοτώθηκαν. Παιδιά που έφυγαν για να πάνε να δουν την αγάπη τους. Τον ΠΑΟΚ. Να ταξιδέψουν, να τραγουδήσουν, να ζήσουν κάτι που περίμεναν καιρό. Δεν πήγαν να προκαλέσουν τη μοίρα τους. Δεν πήγαν να ρισκάρουν. Πήγαν απλώς σε έναν αγώνα. Και δεν έφτασαν ποτέ.

Είκοσι έξι χρόνια μετά, ο ΠΑΟΚ ζει άλλη μια τραγωδία. Όχι, δεν τη ζει μόνο ο ΠΑΟΚ μόνος του. Τη ζει ο αθλητισμός. Τη ζουν όλοι οι νέοι άνθρωποι που ταυτίζονται με αυτά τα παιδιά, που σκέφτονται ότι θα μπορούσαν να είναι στη θέση τους. Τη ζουν κυρίως οι γονείς. Γιατί κανείς γονιός δεν μπορεί να μη σκεφτεί ότι, κάποια στιγμή, για οποιονδήποτε λόγο, θα μπορούσε να ήταν το δικό του παιδί.

Και κάπου εκεί μπαίνει η σκληρή πραγματικότητα. Η οδική ασφάλεια. Τα αντανακλαστικά. Το να μην είσαι πιωμένος. Οι δρόμοι που δεν συγχωρούν. Οι υποδομές που σώζουν ζωές. Αν αυτό το δυστύχημα είχε γίνει σε έναν δρόμο με διαχωριστική λωρίδα, σε μια κανονική εθνική οδό, οι πιθανότητες για μια μετωπική θα ήταν σαφώς λιγότερες.

Μια λάθος στιγμή. Ίσως ποτέ κανείς να μη μάθει τι ακριβώς συνέβη. Γιατί το βανάκι ξέφυγε και έπεσε πάνω στην νταλίκα. Ίσως να μη δοθεί ποτέ απάντηση. Αυτό που μένει, όμως, είναι το πένθος. Η σιωπή. Και η σκέψη ότι κάποιοι έφυγαν για να ζήσουν κάτι όμορφο - και δεν γύρισαν ποτέ.