Οι ψίθυροι για την ωραία Ελένη της νέας χολιγουντιανής υπερπαραγωγής της Οδύσσειας που φέρεται να γυρίστηκε στη Μεσσηνία, προκάλεσαν έντονους τριγμούς προτού ακόμη επιβεβαιωθούν.

Σύμφωνα με όσα κυκλοφορούν, η πρωταγωνίστρια της ταινίας φημολογείται πως είναι μαύρη ηθοποιός – μια πληροφορία που στάθηκε αρκετή για να ανάψει φωτιές στα social media και να πυροδοτήσει έναν καταιγισμό σχολίων, ειρωνείας και έντονων αντιπαραθέσεων.

Ας είμαστε σαφείς: το ζήτημα δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ, φυλετικό. Δεν πρόκειται για απόρριψη της διαφορετικότητας, ούτε για μια αμυντική στάση απέναντι στην καλλιτεχνική ελευθερία. Το ερώτημα αφορά τη σχέση της τέχνης με την ιστορική και μυθολογική ακρίβεια. Η Ωραία Ελένη δεν είναι ένας αφηρημένος μυθικός χαρακτήρας· είναι βαθιά ριζωμένη σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική παράδοση. Όταν ο Όμηρος την ενέτασσε στον μύθο της Σπάρτης, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια ανατροπή, όχι από προκατάληψη, αλλά από την ίδια τη λογική της αφήγησης.

Τα social media, βέβαια, λειτουργούν με άλλους χρόνους. Δεν περιμένουν διασταυρώσεις ή επίσημες ανακοινώσεις. Μια φήμη αρκεί για να μετατραπεί σε «γεγονός» και να πολλαπλασιαστεί ανεξέλεγκτα. Κι όμως, τις ίδιες ακριβώς αντιδράσεις θα προκαλούσε –και δικαίως– μια ταινία για τη ζωή και το έργο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αν τον ενσάρκωνε ένας πρωταγωνιστής ξανθός, με γαλάζια μάτια. Όχι από μισαλλοδοξία, αλλά επειδή η αλλοίωση της ταυτότητας αλλοιώνει και το ίδιο το νόημα της ιστορίας.

Ζούμε σε μια εποχή όπου τίποτα δεν θεωρείται πια απίθανο. Ωστόσο, όσο η τέχνη δικαιούται ελευθερία, άλλο τόσο οφείλει να αναγνωρίζει τα όριά της. Και αυτά τα όρια βρίσκονται εκεί όπου σταματά η δημιουργική ανάγνωση και ξεκινά η παραποίηση. Σε έναν κόσμο που τείνει να ισοπεδώνει τα πάντα, ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση να είναι ο σεβασμός στην ίδια την αφήγηση.