Ας ξεπεράσουμε το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε μέτρα στήριξης και ενίσχυσης της κοινωνίας και ότι η αντιπολίτευση μίλησε για επικοινωνιακές και προεκλογικές κινήσεις. 

Ας έρθουμε στην επίσκεψη Μακρόν και σε όσα ειπώθηκαν και συμφωνήθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, που επίσης αντιμετωπίστηκαν από κάποιους περίπου ως επικοινωνιακή προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει, δήθεν, την ατζέντα. 

Ποια ατζέντα όμως; Μήπως αυτή που επιχειρούν να διαμορφώσουν αντιπολίτευση και εξωγενείς παράγοντες, που έχουν ποντάρει όλα τα λεφτά τους –ίσως και στην κυριολεξία– στο «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε…» και θυμίζει κάπως το πείραμα του 2015 όταν η ελπίδα… ερχόταν, αλλά κάποια δισεκατομμύρια «έφευγαν» εκτός Ελλάδας για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο οι θιασώτες τού «δεν τρέχει και τίποτα αν έρθει η δραχμή»; Ουδείς υποστήριξε πως έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. 

Ή πως έχει παταχθεί η διαφθορά ή ακόμη και ότι αυτό το βαθύ κράτος, που αποτελεί τον γόρδιο δεσμό αυτής της χώρας, αντιμετωπίστηκε στη ρίζα του. 

Ομως όποιος δεν μπορεί να δει το τι έχει γίνει μάλλον δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Δεν μιλάμε μόνο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, για τη δημιουργία του ψηφιακού κράτους ή για την εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων είτε αφορούν συμμορίες είτε τη διαφθορά στο Δημόσιο. 

Μιλάμε για την οικονομία και την ανάπτυξη, αλλά και για την αμυντική και διπλωματική θωράκιση της χώρας, με παρεμβάσεις όπως οι ΑΟΖ, οι συμφωνίες για έρευνες και γεωτρήσεις, οι θαλάσσιοι χωροταξικοί χάρτες και όλα όσα μεγαλώνουν την Ελλάδα, καθιστώντας την πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας. 

Οπότε, από πού και ως πού επικοινωνιακό… τέχνασμα η επίσκεψη Μακρόν; Ας δούμε για παράδειγμα τις αντιδράσεις στην Τουρκία, όπου τα ΜΜΕ κατέγραψαν την ανησυχία που προκαλούν όλες αυτές οι κινήσεις στην ηγεσία της γείτονος. 

Ιδια με αυτή που προέκυψε μετά την αμυντική στήριξη της Ελλάδας –και της Γαλλίας– στην Κύπρο. Διότι καλή η κριτική, καλές οι αντιπολιτευτικές –και όχι μόνο– κορόνες, αλλά αυτό που τους ανησυχεί μάλλον είναι η σύγκριση που μοιραία ακολουθεί. 

Μια σύγκριση που αφορά το ποιος ηγείται της χώρας και ποιος μπορεί να διαχειριστεί εσωτερικές και εξωτερικές κρίσεις. Γιατί, όπως σημείωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, στην κάλπη «επιλέγεις και το ποιος θέλεις να σηκώσει το τηλέφωνο, ο μη γένοιτο, σε μια κρίση».