Τα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις φαίνεται ότι έχουν πλέον στερέψει.

Η απόφαση της Άγκυρας να θεσμοθετήσει, με προεδρικά διατάγματα της 15ης Αυγούστου, δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μεμονωμένη περιβαλλοντική πρωτοβουλία, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη και συνεπή στρατηγική σταδιακής θεσμοποίησης των τουρκικών διεκδικήσεων.

Ολα δείχνουν ότι η επόμενη κίνηση έχει ήδη προαναγγελθεί και αφορά τη νομοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών της Τουρκίας στο πλαίσιο της αντίληψης της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η «Γαλάζια Πατρίδα»

Η Αθήνα απάντησε ότι τα τουρκικά πάρκα, στον βαθμό που εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων, είναι παράνομα και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, αλλά ούτε δημιουργούν τετελεσμένα σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Νομικά, η θέση είναι σαφής. Πολιτικά, όμως, το ερώτημα είναι διαφορετικό: τι επιδιώκει η Τουρκία και ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της;

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στο νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες, το οποίο η Αγκυρα έχει ήδη προαναγγείλει. Πρόκειται, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, για νομοθέτημα 14 άρθρων, το οποίο επιχειρεί να καθορίσει περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ενώ προβλέπει ακόμη και τη δυνατότητα καθορισμού περιοχών «ειδικού καθεστώτος», εκεί όπου η Τουρκία δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε οριοθέτηση.

Η ψήφισή του αναμενόταν αρχικά νωρίτερα, αλλά μετατέθηκε για το φθινόπωρο και πιθανώς αργότερα. Η αναβολή, ωστόσο, αποδόθηκε σε «τεχνικούς» και «πολιτικούς» λόγους και όχι σε εγκατάλειψη της σχετικής στρατηγικής. Αλλωστε, ο Χακάν Φιντάν έχει ήδη ξεκαθαρίσει προς την ελληνική πλευρά ότι η Αγκυρα θεωρεί το συγκεκριμένο νομοθέτημα ζήτημα «εθνικής νομοθεσίας».

Εδώ βρίσκεται και η ουσία. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι πλέον μόνο ένας χάρτης σε κάποιο τουρκικό επιτελείο ούτε μια θεωρία απόστρατων ναυάρχων. Εξελίχθηκε σε κρατικό δόγμα και τώρα επιχειρείται να αποκτήσει θεσμικά εργαλεία εφαρμογής.

Η αλληλουχία είναι αποκαλυπτική: αναθεωρητικοί χάρτες, τουρκικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, θαλάσσια πάρκα και στη συνέχεια νομοθεσία για τις θαλάσσιες ζώνες. Με άλλα λόγια, η Αγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει σταδιακά μια αναθεωρητική γεωπολιτική θεωρία σε διοικητική και νομική πραγματικότητα.

Φυσικά, κανένας τουρκικός νόμος δεν μπορεί να παράγει διεθνή έννομα αποτελέσματα εις βάρος της Ελλάδας. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία η Τουρκία θα επιχειρήσει αύριο να δικαιολογήσει έρευνες, αλιευτικούς περιορισμούς, περιβαλλοντικούς ελέγχους ή παρουσία της ακτοφυλακής και του πολεμικού ναυτικού της σε περιοχές που η ίδια αμφισβητεί.

Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Στις 30 Ιουλίου, τουρκικό UAV πραγματοποίησε υπερπτήση πάνω από το Φαρμακονήσι, την πρώτη καταγεγραμμένη υπερπτήση τουρκικού αεροσκάφους πάνω από ελληνικό έδαφος ύστερα από περισσότερο από τρία χρόνια.

Την ίδια ημέρα καταγράφηκαν οκτώ παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου. Η επιστροφή αυτής της πρακτικής, μετά τη μεγάλη περίοδο ύφεσης που ακολούθησε το 2023, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπίπτει με την κλιμάκωση των τουρκικών κινήσεων στο θαλάσσιο πεδίο.

Τα «ήρεμα νερά», επομένως, δεν οδήγησαν σε μεταβολή των βασικών τουρκικών θέσεων. Το casus belli παραμένει, οι «γκρίζες ζώνες» παραμένουν, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει, η αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών παραμένει και τώρα προστίθενται τα θαλάσσια πάρκα και η προετοιμαζόμενη νομοθετική κατοχύρωση των τουρκικών θαλάσσιων αξιώσεων.

Το ερώτημα, συνεπώς, είναι εάν η Ελλάδα πρέπει να εξακολουθήσει να περιμένει την επόμενη τουρκική κίνηση ή να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία. Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας, όπως προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Ελλάδα το άσκησε ήδη στο Ιόνιο έως το ακρωτήριο Ταίναρο. Η ίδια η Τουρκία εφαρμόζει 12 μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τα αρνείται στην Ελλάδα υπό την απειλή πολέμου.

Αναφαίρετο δικαίωμα

Ισως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να εξεταστεί σοβαρά η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια νοτίως της Κρήτης. Με την αναγκαία στρατηγική και νομική προετοιμασία, θα μπορούσε να ανοίξει η συζήτηση και για άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής του συμπλέγματος του Καστελλόριζου.

Οχι ως κίνηση εντυπωσιασμού ούτε ως απάντηση εν θερμώ, αλλά ως άσκηση ενός δικαιώματος, το οποίο η Ελλάδα δεν μπορεί να αφήσει επ’ αόριστον σε αναστολή επειδή η Τουρκία το έχει θέσει υπό την απειλή του casus belli. Η ελληνοτουρκική προσέγγιση είχε νόημα όσο δημιουργούσε χρόνο και χώρο για διάλογο χωρίς προκλήσεις. Δεν μπορεί, όμως, να μετατραπεί σε μηχανισμό αυτοπεριορισμού της Ελλάδας, την ώρα που η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί τον ίδιο χρόνο για να θεσμοποιεί τις διεκδικήσεις της.

Αν μετά τα θαλάσσια πάρκα ακολουθήσει πράγματι η νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», η Αθήνα θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Και τότε το δίλημμα δεν θα είναι εάν πρέπει να διατηρηθούν τα «ήρεμα νερά». Θα είναι εάν η Ελλάδα θα συνεχίσει να απαντά στις κινήσεις της Αγκυρας ή εάν θα αρχίσει να διαμορφώνει η ίδια τις εξελίξεις, ασκώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο. Μπορεί η ειρήνη να απαιτεί αυτοσυγκράτηση, δεν μπορεί όμως να απαιτεί παραίτηση από κυριαρχικά δικαιώματα.