Ακόμη μία φορά στη Βουλή καταγράφηκε η ύπαρξη δύο κόσμων. Ο ένας επενδύει στη σταθερότητα και τη φυγή προς τα εμπρός σε θεσμικό επίπεδο και ο άλλος στη σκανδαλολογία και τη διαρκή προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η πολιτική ζωή της χώρας.

Αν κάποιος είχε τον χρόνο –δεδομένου ότι στη Βουλή βρίσκονται οκτώ κόμματα– να παρακολουθήσει τη συζήτηση, θα έβλεπε πώς αυτή εξελίχθηκε και πού επιχειρήθηκε να οδηγηθεί, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τοποθετείται ως προς το κράτος δικαίου και την κατάσταση στη χώρα και το σύνολο των αρχηγών της αντιπολίτευσης να επιλέγει έναν καταγγελτικό λόγο, μια ρητορική που θυμίζει άλλες εποχές, ίσως και άλλες δεκαετίες ως προς την πολιτική σκηνή.

Ουδείς έμαθε κάτι νέο. Ουδείς εισέφερε κάτι που να δικαιολογεί όλο αυτό το σκηνικό που επιχειρήθηκε να στηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας να διαμορφωθεί μια ατζέντα που απέχει από τα προβλήματα και την πραγματικότητα, ενδεχομένως για να μη χρειαστεί να κατατεθούν προτάσεις και να αναλυθούν προγραμματικές θέσεις και λύσεις.

Οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης ανάλωσαν τον χρόνο τους σε μια επανάληψη όσων υποστηρίζουν σχετικά με το κράτος δικαίου, τις υποκλοπές και το παράνομο λογισμικό Predator, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, επιλέγοντας υψηλούς τόνους, ακραίες εκφράσεις και προσωπικές επιθέσεις στον πρωθυπουργό, στην κυβέρνηση, στους βουλευτές και συνολικά στην παράταξη της ΝΔ.

Χαρακτηρισμοί ακραίοι από το σύνολο των επικεφαλής της αντιπολίτευσης που εμφανίστηκαν να επιχειρούν να πετάξουν την πιο πιασάρικη ατάκα, αυτή που θα μπορούσε να παίξει στα social media και τα ΜΜΕ.

Εν τούτοις, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπήκε στην ουσία του θέματος, στη συζήτηση δηλαδή που θα ανοίξει για τη συνταγματική αναθεώρηση, οι τοποθετήσεις θύμισαν τη φράση «πετάω την μπάλα στην εξέδρα». Διότι, όταν θέτεις θέμα κράτους δικαίου, οφείλεις, αν μη τι άλλο, να μπεις σε μια συζήτηση που θα αφορά και θεσμικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο των προκλήσεων της εποχής με την οποία πρέπει και το σύνταγμα να συμβαδίζει.

Το «εκλογές τώρα» και το «παραιτηθείτε για να έρθουμε εμείς» πρέπει να συνοδεύεται και από προγραμματικές θέσεις. Κυρίως να συνοδεύεται από μια βασική διευκρίνιση που αφορά το «να έρθουμε εμείς», δηλαδή ποιοι είναι αυτοί που ζητούν ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας και πώς θα διαμορφωθούν οι όποιες συνεργασίες εφόσον δεν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Αν στην αντιπολίτευση υπολογίζουν σε μια συγκυβέρνηση που θα έρθει για την… κάθαρση, μάλλον βρίσκονται εκτός πραγματικότητας. Σε μια περίοδο που οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη και τα δεδομένα αλλάζουν σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, το βασικό κριτήριο για τους πολίτες είναι η σταθερότητα και η προοπτική.

Σε μια χώρα που έχει περάσει μια υπερδεκαετή κρίση και στη συνέχεια βρέθηκε, όπως και όλες οι άλλες, αντιμέτωπη με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο, το να επιλέγει κανείς τη σκανδαλολογία ως όπλο αντιπολιτευτικό δείχνει ότι βρίσκεται μακριά από την ίδια την κοινωνία.

Ουδείς αμφισβητεί την αξία του κράτους δικαίου και των θεσμών. Απλά πρέπει να δούμε όλοι πώς ακριβώς αποτυπώνονται όλα αυτά. Το να εμφανίζεται η χώρα στα όρια της διάλυσης και της καταστροφής μάλλον είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό από την πλειονότητα των πολιτών.