Η ελληνική οικονομία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου οι υποσχέσεις συγκρούονται με τη σκληρή δημοσιονομική πραγματικότητα.
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μέτρα 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, πλήρως ενταγμένα στις αντοχές του προϋπολογισμού. Στον αντίποδα, το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα, το οποίο ο ίδιος κοστολογεί στα 7 δισεκατομμύρια και η κυβέρνηση ανεβάζει στα 13 δισεκατομμύρια ευρώ, απειλεί να τινάξει την μπάνκα στον αέρα, προκαλώντας άμεσες και καταστροφικές οικονομικές επιπτώσεις.
Η εφαρμογή ενός τέτοιου «χουβαρντάδικου» πακέτου θα οδηγούσε αυτόματα σε εκτροχιασμό του ελλείμματος και εκτόξευση του δημόσιου χρέους. Οι διεθνείς αγορές θα αντιδρούσαν ακαριαία, αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού και υποβαθμίζοντας την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Η απώλεια της επενδυτικής βαθμίδας θα πάγωνε τις ξένες επενδύσεις, στερώντας από την αγορά πολύτιμη ρευστότητα και θέτοντας σε κίνδυνο χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Η επιλογή των «δικών του» μέτρων θα πυροδοτούσε μια νέα, μοιραία σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, αντίστοιχη με εκείνη του 2015. Σε ένα αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο, η παραβίαση των ορίων οδηγεί νομοτελειακά σε νέες περιπέτειες. Η χώρα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με τη διακοπή κοινοτικών κονδυλίων και, τελικά, με την υπαγωγή σε ένα καθεστώς νέας, αυστηρής επιτήρησης.
Ο λογαριασμός των υποσχέσεων θα πληρωνόταν με νέα επώδυνα μέτρα λιτότητας, ακυρώνοντας τις θυσίες των προηγούμενων ετών.