Οι ΗΠΑ επιβάλλουν κυρώσεις σε τουρκική τράπεζα, κατηγορώντας την ότι αποτέλεσε κρίσιμο χρηματοπιστωτικό δίαυλο για το Ιράν και τη Δύναμη Quds.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, όμως, σπεύδει να διαβεβαιώσει πως η Τουρκία δεν βρίσκεται στο στόχαστρο, ότι το τραπεζικό της σύστημα δεν αμφισβητείται και πως η υπόθεση αποδεικνύει, τελικά, την ισχύ της αμερικανοτουρκικής συμμαχίας. Ακόμη μία φορά, ο Τομ Μπάρακ δεν αρκείται στον ρόλο του διπλωμάτη. Αναλαμβάνει εκείνον του πολιτικού συνηγόρου της Άγκυρας.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στην Golden Global Yatırım Bankası και στις δύο θυγατρικές της, Golden Global Portföy Yönetimi Anonim Şirketi και Golden Global Varlık Kiralama Anonim Şirketi. Οι τρεις εταιρείες εντάχθηκαν στον κατάλογο κυρώσεων του OFAC, γεγονός που δεσμεύει τυχόν περιουσιακά στοιχεία τους στις ΗΠΑ, τις αποκόπτει ουσιαστικά από το χρηματοπιστωτικό σύστημα του δολαρίου και καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη για τις ξένες τράπεζες κάθε συναλλαγή μαζί τους.
Η διατύπωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών είναι εξαιρετικά βαριά. Υποστηρίζει ότι η Golden Global είχε δημιουργηθεί με σκοπό να επιτρέπει στο ιρανικό δίκτυο Rahbar να μεταφέρει στην Τουρκία έσοδα από πωλήσεις πετρελαίου προς την Κίνα, ώστε αυτά να μετατρέπονται κατόπιν σε μετρητά και χρυσό.
Κατά την Ουάσιγκτον, η τουρκική τράπεζα προσφέρθηκε εν γνώσει της να παρέχει υπηρεσίες ανταποκρίτριας τραπεζικής σε ιρανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μέσω αυτών μπορούσαν να πραγματοποιούνται διεθνείς συναλλαγές από λογαριασμούς που ελέγχονταν από τη Δύναμη Quds των Φρουρών της Επανάστασης και τους συνεργάτες της. Πρόκειται, συνεπώς, για κατηγορίες που αγγίζουν ευθέως τη χρηματοδότηση ενός μηχανισμού μέσω του οποίου το Ιράν στηρίζει τις περιφερειακές οργανώσεις-δορυφόρους του.
Η Golden Global απορρίπτει τις αμερικανικές κατηγορίες. Δηλώνει ότι συμμορφώνεται με την τουρκική και τη διεθνή τραπεζική νομοθεσία, ότι τα πρόσωπα και οι εταιρείες που αναφέρονται από το OFAC δεν ήταν πελάτες της και πως θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Δεν αναιρεί, όμως, ούτε το περιεχόμενο ούτε τη βαρύτητα των ευρημάτων που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών.
Η σύνδεση με τον Σιτκί Αγιάν
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η σύνδεση της υπόθεσης με τον Τούρκο επιχειρηματία Σιτκί Αγιάν. Το δίκτυό του είχε τεθεί υπό αμερικανικές κυρώσεις ήδη από το 2022, επειδή, σύμφωνα με το OFAC, διευκόλυνε την πώληση ιρανικού πετρελαίου αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων προς όφελος της Δύναμης Quds. Οι εταιρείες του φέρονται να υπέγραφαν συμβόλαια, να οργάνωναν μεταφορές, να απέκρυπταν την ιρανική προέλευση των φορτίων και να ξέπλεναν τα έσοδα.
Ο Αγιάν έχει περιγραφεί σε διεθνή δημοσιεύματα ως επιχειρηματίας με μακροχρόνιες και στενές σχέσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του εμπλοκή της τουρκικής κυβέρνησης. Καθιστά, όμως, πολύ δυσκολότερη την αποδοχή του βολικού αφηγήματος ότι μια μικρή τράπεζα χρησιμοποιήθηκε από άγνωστα δίκτυα, χωρίς κανένας κρατικός ή εποπτικός μηχανισμός να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο Τομ Μπάρακ.
Ο Αμερικανός πρέσβης υποστήριξε ότι η απόφαση αφορά «τη συμπεριφορά μίας οντότητας» και όχι ένα κράτος, ένα τραπεζικό σύστημα ή έναν σύμμαχο. Χαρακτήρισε την Τουρκία «ώριμο εταίρο», υποστήριξε ότι η αντίδρασή της δεν παραπέμπει σε κράτος που έχει κάτι να αποκρύψει και προέβλεψε πως η υπόθεση θα αποδειχθεί δείγμα της ισχύος των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Ασφαλώς, οι κυρώσεις επιβλήθηκαν σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα και όχι στην Τουρκία συνολικά. Άλλο, όμως, η νομική ακρίβεια και άλλο η πολιτική αθώωση.
Το προηγούμενο της Halkbank
Και όλα αυτά ενώ υπάρχει το προηγούμενο της Halkbank. Η κρατική τουρκική τράπεζα είχε κατηγορηθεί από τους Αμερικανούς εισαγγελείς ότι βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις κυρώσεις, μεταφέροντας περίπου 20 δισ. δολάρια δεσμευμένων κεφαλαίων, μετατρέποντας πετρελαϊκά έσοδα σε χρυσό και μετρητά και εμφανίζοντας πλασματικές συναλλαγές τροφίμων.
Ο Ερντογάν είχε ασκήσει προσωπικά πιέσεις στην Ουάσιγκτον για το κλείσιμο της υπόθεσης, η οποία τερματίστηκε τον Ιούνιο του 2026 χωρίς πρόστιμο και χωρίς παραδοχή ενοχής, με αντάλλαγμα δεσμεύσεις συμμόρφωσης και εξωτερικό έλεγχο. Ωστόσο, η ακολουθία είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Μόλις έκλεισε η υπόθεση μιας μεγάλης κρατικής τράπεζας, εμφανίζεται μια δεύτερη τουρκική τράπεζα να κατηγορείται για έναν μηχανισμό με εντυπωσιακές ομοιότητες.
Η σημασία των κυρώσεων
Η Golden Global είναι μια μικρή τράπεζα, με ενεργητικό περίπου 517 εκατ. δολάρια. Η σημασία των κυρώσεων, όμως, δεν μετριέται από το μέγεθός της. Είναι η πρώτη τράπεζα χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ που πλήττεται στο πλαίσιο της νέας αμερικανικής επιχείρησης «Economic Outcast».
Ο πραγματικός στόχος είναι να προειδοποιηθούν όλες οι τράπεζες που θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο του νέου διαύλου για το ιρανικό χρήμα. Τα διαθέσιμα μακροοικονομικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το Ιράν παραμένει σημαντικός παραγωγός και εξαγωγέας πετρελαίου: η παραγωγή αργού καταγράφηκε σε περίπου 2,478 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Ιούλιο του 2026, ενώ τα τελευταία διαθέσιμα ετήσια στοιχεία για τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου ανέρχονται σε 56,796 εκατ. δολάρια.
Οι κυρώσεις δεν καταδικάζουν συλλογικά την Τουρκία. Αποκαλύπτουν, όμως, ότι η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο κόμβο ανάμεσα στο ιρανικό πετρέλαιο, στην Κίνα και στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και ο Μπάρακ, αντί να απαιτήσει καθαρές απαντήσεις από την Άγκυρα, έσπευσε να της προσφέρει πολιτική κάλυψη.