Στην εποχή που κυριαρχούν η παραπληροφόρηση και τα fake news,το φαινόμενο δεν εξελίσσεται απλώς ως μια μάστιγα ή ως ένας πόλεμος.

Χρησιμοποιείται διεθνώς για τη χειραγώγηση των πολιτών και της κοινής γνώμης και αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο, το οποίο απειλεί την ίδια μας τη δημοκρατία και τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές της.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα – και στην εγχώρια σκηνή και διεθνώς, ιδίως τις τελευταίες εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι πως οι ψευδείς ειδήσεις επιστρατεύονται όχι απλώς για να κάνουν κάποιοι τη λεγόμενη «μαύρη προπαγάνδα» ή για να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη ή να την επηρεάσουν να στραφεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά ακόμη και για δολοφονίες χαρακτήρων.

Με άλλα λόγια, η κατάσταση δείχνει να ξεφεύγει από τα όρια και γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητική εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι σ’ αυτόν τον βρόμικο πόλεμο επιστρατεύονται και τεχνολογικά μέσα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα οποία κάνουν πολύ δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και το πλαστό.

Σημειώνεται ότι τις περισσότερες φορές αυτού του είδους οι επιθέσεις έχουν ξεκάθαρο πολιτικό ή ιδεολογικό πρόσημο και προφανή στόχο να εξοντώσουν οποιονδήποτε δεν είναι συμβατός με μια θεωρία ή μια αντίληψη.

Και στηρίζονται πολλές φορές είτε σε κουτσομπολιά, είτε σε παντελώς ψευδή γεγονότα και πληροφορίες, είτε ακόμη και στη σάτιρα, η οποία χειραγωγείται και σ’ αυτήν την περίπτωση για να διακινηθούν τα fake news και να επιτευχθεί ο στόχος της δολοφονίας χαρακτήρων. Να πληγεί δηλαδή κάποιος προσωπικά και ανεπανόρθωτα και να προσπαθεί –κατά τη γνωστή φράση– μάταια ν’ αποδείξει ότι δεν είναι… ελέφαντας.

Εάν μιλάμε για την Ελλάδα, τα πρώτα ανάλογα φαινόμενα εμφανίστηκαν τον καιρό των μνημονίων και της μετωπικής σύγκρουσης δύο ολόκληρων κόσμων και όχι απλώς δύο ιδεολογιών ή δύο πολιτικών κομμάτων.

Ο (τότε) ΣΥΡΙΖΑ, αναζητώντας με κάθε τίμημα την άνοδό του στην εξουσία και αξιοποιώντας τη λαϊκή οργή και τους «Αγανακτισμένους» της «πάνω» και «κάτω» πλατείας, προχώρησε στη «στρατολόγηση» τρολ του Διαδικτύου που πίσω από την ανωνυμία τους άρχισαν να βάλλουν κατά των πολιτικών του αντιπάλων και να προχωρούν με επιθέσεις και fake news σε δολοφονίες χαρακτήρων.

Ποιος μπορεί να λησμονήσει, για παράδειγμα, όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν για τη σκευωρία Novartis που οδήγησαν στη διαπόμπευση πολιτικών και μη προσώπων, ενώ η αλήθεια αποκαλύφθηκε χρόνια μετά, όταν βγήκαν οι κουκούλες από τους δήθεν προστατευόμενους μάρτυρες;

Ασφαλώς για όλα αυτά υπάρχει πρόσφορο έδαφος, το οποίο δεν είναι άλλο από την πόλωση της κοινωνίας, αλλά και τη διάθεση που έχει μεγάλη μερίδα της να επικρίνει τους πολιτικούς και τα δημόσια πρόσωπα.

Επιπλέον, τόσο η ανωνυμία του Διαδικτύου όσο και η διείσδυσή του, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ν’ αποτελούν πρωτογενή πηγή πληροφόρησης για το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών πολιτών, βοηθούν στο να εξελίσσονται διαρκώς ολόκληρες καμπάνιες προπαγάνδας και παραπληροφόρησης.

Εάν μάλιστα αυτές κάνουν χρήση και των τεχνολογικών επιτευγμάτων, με κορυφαία ασφαλώς την τεχνητή νοημοσύνη που μπορεί ν’ αναπαραστήσει με φοβερή αληθοφάνεια οτιδήποτε, τότε κατανοεί εύκολα κάποιος σε πόσο δύσκολη θέση είμαστε όλοι μας. Είτε ως πολίτες και καταναλωτές αυτών των πληροφοριών είτε ως υποψήφια και μη θύματα της παραπληροφόρησης και της δολοφονίας χαρακτήρων που συντελείται.

Είναι εξάλλου διαπιστωμένο πως ολόκληρες επιχειρήσεις χειραγώγησης της κοινής γνώμης διεξάγονται κατά τη διάρκεια προεκλογικών περιόδων στην Ευρώπη και αλλού προκειμένου να επηρεάσουν άμεσα τη συμπεριφορά των πολιτών πάνω από την κάλπη.

Και το φαινόμενο θα γίνεται όλο και πιο έντονο τα επόμενα χρόνια, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ίδια τη δημοκρατία και την ευημερία μας, εφόσον δεν ληφθούν δραστικά μέτρα προς την ορθή κατεύθυνση – και δίχως ασφαλώς να θίγεται το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, το οποίο είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με την προπαγάνδα, τη διακίνηση ψευδών ειδήσεων και βέβαια τη δολοφονία χαρακτήρων.