Τα «Δύσκολα Φεγγάρια» και άλλα πόσα δικά του τραγούδια, έντυσαν όλες εκείνες τις βραδιές που ο έρωτας μας γονάτιζε, ο πόνος περίσσευε και οι λέξεις δεν έβγαιναν.

Ήταν εκεί, όταν μόνο ένα τραγούδι μπορούσε να πει όσα εμείς δεν τολμούσαμε ή δεν ξέραμε πώς να τολμήσουμε να πούμε.

Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη δεν έπεσε πάνω μας σαν ακόμη ένας τίτλος. Έπεσε σαν σιωπή. Από εκείνες τιςσιωπές τις παραξενες, που αφήνει ένας άνθρωπος ο οποίος, χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει ποτέ, είχε καταφέρει να κατοικεί μέσα στις πιο προσωπικές στιγμές μας.

Γιατί οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν μπαίνουν απλώς στα σπίτια μας. Μπαίνουν στη ζωή μας. Κάθονται δίπλα μας στο αυτοκίνητο, ξαγρυπνούν μαζί μας, γίνονται η φωνή που δεν είχαμε. Με τα τραγούδια τους αγαπήσαμε, χωρίσαμε, κλάψαμε, επιστρέψαμε, συγχωρήσαμε ή δεν συγχωρήσαμε ποτέ. Τους δανειστήκαμε τη φωνή για να πούμε όσα έκρυβε η ψυχή μας και, χωρίς να το καταλάβουμε, τους κάναμε δικούς μας.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης μπορεί να μη γνώριζε τα ονόματά μας, όμως ήξερε τις πληγές μας. Δεν κάθισε ποτέ στο τραπέζι μας, κι όμως ήταν παρών στις γιορτές, στις μοναξιές και σε αμέτρητα «Σάββατα» που έμοιαζαν να μην ξημερώνουν.

Γι’ αυτό σήμερα χιλιάδες άνθρωποι πενθούν σαν να έχασαν κάποιον πολύ κοντινό, κι όσο κι αν μοιάζει με υπερβολή. Είναι οικειότητα κι όσο και άμα κάνει εντύπωση, η οικειότητα είναι πολύ δυνατό συναίσθημα.

Κι αν κάποτε τραγούδησε «ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου», από σήμερα εκείνος θα ανήκει στο πάνθεον της ελληνικής μουσικής. Στην ιστορία. Στις ζωές μας. Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν, όμως τα τραγούδια μένουν. Και θα τον κρατούν για πάντα εδώ.

ΥΓ: Ωραίο θα ήταν όσοι φίλοι του  καλλιτέχνες θέλουν, να μαζευτούν στη σκηνή που εκείνος θα ανέβαινε για να γιορτάσει τα 33 του χρόνια στο τραγούδι, και να ερμηνεύσουν εκείνοι σαν να ήταν αυτός.

Ωραίο δε θα ήταν;