Ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, ενώ δηλώνει υπέρ του διαλόγου, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του πολιτική διγλωσσία.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι η απόλυτη πολιτική ακροβασία. Θέλει διάλογο με την Τουρκία – το λέει ρητά. Θέλει ανοιχτούς διαύλους – το επαναλαμβάνει. Αλλά όταν ο διάλογος γίνεται και η ένταση αποκλιμακώνεται, ξαφνικά μετατρέπεται σε «έλλειμμα στρατηγικής». Στην Κουμουνδούρου έχουν ανακαλύψει τη νέα φόρμουλα: και με τον διάλογο και με την καταγγελία.

Η κριτική για το casus belli και το ενεργειακό καλώδιο φανερώνει περισσότερο αντιπολιτευτική βιασύνη παρά εθνική αγωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά δημόσιες αναμετρήσεις σε κάθε φράση, σε κάθε κοινή δήλωση, λες και η διπλωματία είναι debate στο στούντιο. Αγνοεί – ή κάνει πως αγνοεί – ότι η σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν εξαντλείται σε μικρόφωνα και διακηρύξεις, αλλά σε σταθερή στρατηγική, μετρημένες κινήσεις και καθαρές κόκκινες γραμμές.

Η πολιτική μνήμη... λειτουργεί επιλεκτικά

Στο μεταναστευτικό, η ειρωνεία γίνεται σχεδόν κωμική. Επικαλείται την ευρωπαϊκή διάσταση και την Κοινή Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας του 2016, λες και δεν υπήρξε ποτέ δική του κυβερνητική περίοδος που τη διαχειρίστηκε. Τότε η συμφωνία ήταν «αναγκαίος ρεαλισμός». Σήμερα είναι εργαλείο καταγγελίας. Η πολιτική μνήμη στον ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί επιλεκτικά – ανάλογα με τις ανάγκες της αντιπολίτευσης.

Στην πραγματικότητα, αυτό που ενοχλεί δεν είναι η στρατηγική, αλλά το γεγονός ότι η κυβέρνηση κρατά σταθερή γραμμή χωρίς κραυγές. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να δείξει σκληρός, χωρίς να προτείνει κάτι διαφορετικό· να εμφανιστεί υπεύθυνος, χωρίς να στηρίξει καθαρά. Έτσι καταλήγει στη γνωστή συνταγή: θόρυβος, υπερβολή και διπλό μήνυμα. Μόνο που στα εθνικά ζητήματα, η χώρα χρειάζεται πυξίδα – όχι πολιτικό εκνευρισμό.