Ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει την ακρίβεια και τον κατώτατο μισθό, αλλά το παρελθόν των περικοπών αποκαλύπτει την πολιτική του αντίφαση.
Με αιχμηρή ανακοίνωση για τον κατώτατο μισθό, την ακρίβεια, τον πληθωρισμό, το κόστος ζωής και την αγοραστική δύναμη, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εμφανιστεί ξανά ως υπερασπιστής των εργαζομένων. Επικαλείται τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, το κόστος στέγασης, τις ανελαστικές δαπάνες και το διαθέσιμο εισόδημα, υιοθετώντας γνώριμη ρητορική περί «ακρίβειας» και «κερδοσκοπίας». Ωστόσο, πίσω από τις καταγγελίες και τις δραματικές διαπιστώσεις για το αν «βγαίνει ο μήνας», αναδύεται μια προφανής πολιτική αντίφαση: το κόμμα που σήμερα καταγγέλλει την κατάσταση, είναι το ίδιο που στο παρελθόν συνδέθηκε με πολιτικές που συμπίεσαν εισοδήματα και περιόρισαν τον κατώτατο μισθό, αφήνοντας ένα αποτύπωμα που δύσκολα διαγράφεται από τη συλλογική μνήμη.
Η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί τη γνωστή πεπατημένη: αναγνωρίζει τυπικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά σπεύδει να την ακυρώσει ουσιαστικά, επιμένοντας ότι η αγοραστική δύναμη μειώνεται. Μόνο που εδώ η ειρωνεία είναι διπλή. Διότι όταν ένα κόμμα που έχει συνδεθεί με περικοπές μισθών εμφανίζεται σήμερα ως τιμητής, το ζήτημα δεν είναι η κριτική, αλλά η αξιοπιστία της.
Ακραίος λαϊκισμός
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η επίκληση της «ξέφρενης ακρίβειας» και της «ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας», σαν να πρόκειται για ένα απομονωμένο ελληνικό φαινόμενο. Η πραγματικότητα της διεθνούς ενεργειακής κρίσης και των πληθωριστικών πιέσεων περνά σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου να στηριχθεί ένα απλοποιημένο αφήγημα. Ένα αφήγημα που μπορεί να λειτουργεί πολιτικά, αλλά δεν απαντά στο πώς ακριβώς θα βελτιωθεί η κατάσταση.
Η φράση «ο μήνας δεν βγαίνει» επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά, λειτουργώντας περισσότερο ως σύνθημα παρά ως ανάλυση. Το ερώτημα όμως παραμένει αναπάντητο: ποια είναι η συγκεκριμένη πρόταση; Πώς αυξάνονται οι μισθοί χωρίς να διαταραχθεί η οικονομία; Πώς περιορίζεται η ακρίβεια σε ένα διεθνές περιβάλλον αστάθειας; Εκεί η ρητορική σταματά και αρχίζει το κενό.
Τελικά, η καταληκτική αναφορά σε «άλλο μείγμα πολιτικής» συμπυκνώνει την ουσία της ανακοίνωσης: πολλά λόγια, λίγες απαντήσεις. Και κυρίως, μια έντονη δόση πολιτικής υποκρισίας, όταν εκείνοι που κάποτε μείωσαν τον κατώτατο μισθό εμφανίζονται σήμερα ως οι πιο αυστηροί επικριτές για το επίπεδό του.
