Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταβαίνει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ με την Ελλάδα να προβάλλει τον ρόλο της στην άμυνα, την ασφάλεια και τη γεωπολιτική σταθερότητα.

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα πραγματοποιείται σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους για τη διεθνή ασφάλεια, με τις γεωπολιτικές ισορροπίες να μεταβάλλονται διαρκώς, τον πόλεμο στην Ουκρανία να εξακολουθεί να επηρεάζει το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφαλείας, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να εντείνουν την αστάθεια και τη Συμμαχία να επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της για τις επόμενες δεκαετίες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετέχει στις εργασίες της Συνόδου με βασικό μήνυμα ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν σταθερό, αξιόπιστο και συνεπή σύμμαχο, ο οποίος όχι μόνο ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά βρίσκεται ήδη μεταξύ των χωρών που υλοποιούν τις πλέον φιλόδοξες αποφάσεις της Συμμαχίας για την ενίσχυση της συλλογικής άμυνας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδείξει ότι η γεωγραφική θέση της χώρας, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις και τη διπλωματική της παρουσία, ενισχύουν τον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με την άτυπη κυβερνητική ενημέρωση, κεντρικό θέμα της Συνόδου αποτελεί η αποτίμηση της προόδου των κρατών-μελών ως προς την εφαρμογή της συμφωνίας για συνολικές αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι η χώρα βρίσκεται ήδη στην πρώτη πεντάδα των συμμάχων που επιτυγχάνουν τον νέο στόχο, με τις αμιγώς αμυντικές δαπάνες να διαμορφώνονται στο 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και με παράλληλες επενδύσεις στην ευρύτερη ασφάλεια. Η κυβέρνηση επισημαίνει ακόμη ότι η Ελλάδα παραμένει διαχρονικά συνεπής στις δεσμεύσεις της έναντι της Συμμαχίας, προβάλλει την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και διευκρινίζει ότι δεν έχει προγραμματιστεί συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου.

Η νέα πραγματικότητα για το ΝΑΤΟ και οι αυξημένες υποχρεώσεις των συμμάχων

Η Συμμαχία εισέρχεται σε μία νέα περίοδο στρατηγικού σχεδιασμού. Οι αποφάσεις που ακολούθησαν τη Σύνοδο της Χάγης σηματοδοτούν σημαντική αύξηση των αμυντικών υποχρεώσεων των κρατών-μελών, καθώς το νέο πλαίσιο προβλέπει συνολικές επενδύσεις που αντιστοιχούν στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Από αυτές, το 3,5% αφορά τις καθαρά στρατιωτικές δαπάνες, ενώ το υπόλοιπο 1,5% καλύπτει κρίσιμες επενδύσεις στην ανθεκτικότητα, στις υποδομές διττής χρήσης, στην κυβερνοασφάλεια, στις μεταφορές και στην αμυντική βιομηχανία.

Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της Συμμαχίας απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις ασφαλείας, αλλά και με τη διαχρονική απαίτηση για δικαιότερο επιμερισμό των βαρών μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Ελλάδα προβάλλει τη συνέπεια στις συμμαχικές δεσμεύσεις

Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χώρα διαθέτει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα στη συγκεκριμένη συζήτηση, καθώς αποτελεί μία από τις λίγες χώρες που διαχρονικά διατηρούσαν τις αμυντικές δαπάνες τους σε υψηλά επίπεδα ακόμη και κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης.

Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η κυβέρνηση, οι αμιγώς αμυντικές δαπάνες ανέρχονται στο 3,6% του ΑΕΠ, έναντι 2,75% το 2025 και 2,74% το 2024, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των χωρών που ήδη υπερκαλύπτουν τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ. Στην ίδια κατηγορία συγκαταλέγονται η Πολωνία και οι τρεις χώρες της Βαλτικής, γεγονός που, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, αναδεικνύει τη σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στη συλλογική άμυνα.

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα και η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο δωδεκαετές πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, συνολικού ύψους 25 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις αυτές δεν περιορίζονται στην προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων, αλλά αποσκοπούν στη συνολική αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της χώρας.

Η ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού, των χερσαίων δυνάμεων, των μη επανδρωμένων συστημάτων, της αντιαεροπορικής άμυνας και των δυνατοτήτων κυβερνοασφάλειας εντάσσονται σε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ο οποίος, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, ενισχύει τόσο την εθνική άμυνα όσο και τη συνολική αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας στη νοτιοανατολική πτέρυγα

Πέρα από τους αριθμούς, η Αθήνα επιδιώκει να αναδείξει και τη γεωπολιτική διάσταση της ελληνικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ.

Η θέση της χώρας, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων. Τα ελληνικά λιμάνια, οι στρατιωτικές υποδομές, οι ενεργειακοί διάδρομοι και οι δυνατότητες μεταφοράς στρατιωτικού υλικού αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας.

Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει να εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας σε μία περιοχή όπου συνυπάρχουν πολλαπλές εστίες έντασης, ενισχύοντας το διπλωματικό της αποτύπωμα τόσο εντός του ΝΑΤΟ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η ευρωπαϊκή άμυνα στο επίκεντρο της ελληνικής στρατηγικής

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας δεν αποτελεί εναλλακτική απέναντι στο ΝΑΤΟ αλλά συμπληρωματικό πυλώνα της διατλαντικής ασφάλειας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα υποστηρίζει την περαιτέρω ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, την ανάπτυξη κοινών δυνατοτήτων και τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων που θα επιτρέψουν στα κράτη-μέλη να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της νέας εποχής. Η ελληνική θέση παραμένει ότι μία ισχυρότερη Ευρώπη λειτουργεί ως πιο αξιόπιστος εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και συμβάλλει στη συνολική ενίσχυση της Συμμαχίας.

Χωρίς προγραμματισμένο τετ α τετ με τον Ερντογάν

Ένα ακόμη στοιχείο που ξεκαθαρίζει η άτυπη ενημέρωση αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η κυβέρνηση σημειώνει ότι δεν έχει προγραμματιστεί διμερής συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου.

Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε κάθε Σύνοδο του ΝΑΤΟ το ενδεχόμενο συνάντησης των δύο ηγετών βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η απουσία προγραμματισμένου τετ α τετ υποδηλώνει ότι η ελληνική αποστολή επικεντρώνει την παρουσία της κυρίως στις εργασίες της Συμμαχίας και στις αποφάσεις που αφορούν τη συλλογική άμυνα.

Η ελληνική επιδίωξη στη νέα εποχή της Συμμαχίας

Η φετινή Σύνοδος δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία συνάντηση κορυφής των συμμάχων. Αποτυπώνει τη μετάβαση του ΝΑΤΟ σε ένα νέο μοντέλο συλλογικής άμυνας, με μεγαλύτερες οικονομικές απαιτήσεις, υψηλότερη επιχειρησιακή ετοιμότητα και στενότερη συνεργασία μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδείξει ότι η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, τις επενδύσεις στην άμυνα και τη σταθερή συμμετοχή της στους ευρωατλαντικούς θεσμούς ως στοιχεία που, σύμφωνα με την ίδια, ενισχύουν τον ρόλο και το διεθνές αποτύπωμα της χώρας.