Κόμματα, στελέχη και αρχηγοί, μακριά από τις ανάγκες της κοινωνίας, δίνουν μάχη για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στις μεταξύ τους μετεκλογικές διεργασίες.

Πριν ξεκινήσει επισήμως η προεκλογική μάχη, το ενδιαφέρον δεν στρέφεται στη σύγκρουση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, αλλά στη… φαγωμάρα που επικρατεί στους κόλπους της δεύτερης, δίνοντας έτσι και μια ερμηνεία για το αδιαμφισβήτητο προβάδισμα της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη, που συνεχίζουν να υπερέχουν σε όλα τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων, καίτοι έχουν ήδη συμπληρωθεί επτά χρόνια διακυβέρνησης και οδεύουν στον όγδοο…

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Κόμματα και πολιτικοί αρχηγοί επιδίδονται σε διαγκωνισμούς για το ποιος θα βγει δεύτερος, αλλά και σε ποια θέση θα πλασαριστούν οι υπόλοιποι, με διαφορά πιθανότατα λίγων ψήφων μεταξύ τους, απλώς για να καταγράψουν δυνάμεις ή για να πάρουν θέση στις μετεκλογικές διεργασίες, που αφορούν μόνον τον δικό τους μικρόκοσμο.

Και για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: τόσο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όσο και η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που εμφανίζονταν έως και λίγο καιρό πριν ως οι βασικοί διεκδικητές για τον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τώρα αντιμετωπίζουν τη «σφήνα» από τα υπό ίδρυση κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού.

Από τη μία πλευρά πάντως, οι υπό εκκόλαψη σχηματισμοί –θα έχουν συγκροτηθεί, όπως όλα δείχνουν, τουλάχιστον έως το τέλος του μήνα– δεν έχουν κάποια ιδεολογική ταύτιση παρά μόνον τον αγώνα που δίνουν προσωπικά κατά του Κ. Μητσοτάκη και λιγότερο κατά της ΝΔ.

Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να σαγηνεύσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς και ν’ αποσπάσει στελέχη και ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ ή μικρότερων κομμάτων, όπως η Νέα Αριστερά και η Πλεύση Ελευθερίας, ενώ η κ. Καρυστιανού παίζει με τη «σημαία» του αντισυστημικού, της σύγκρουσης με το «παλιό» και το «κατεστημένο» και βέβαια με σύμβολα και ιδέες που παραπέμπουν περισσότερο στον χώρο δεξιότερα της ΝΔ.

Από την άλλη πλευρά, οι μεταξύ τους διαγκωνισμοί έχουν ήδη ξεκινήσει στο παρασκήνιο και κυρίως μεταξύ στελεχών, αλλά οι οποίοι διόλου αφορούν το εκλογικό σώμα. Η διαγραφή π.χ. του Παύλου Πολάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ και η συζήτηση που έχει ανοίξει ακόμη και από βουλευτές ή στελέχη στην Κουμουνδούρου για το αν πρέπει να «υποδεχθούν» τον κ. Τσίπρα ως μεσσία ή ακόμη και να «απορροφηθούν» από το υπό σύσταση νέο κόμμα, περισσότερο απασχολεί τους άμεσα ενδιαφερόμενους, που έχουν βάλει στην άκρη την όποια συζήτηση για τις προγραμματικές θέσεις και την αντίστιξη απέναντι σε αυτές της ΝΔ.

Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για τη δεύτερη θέση –η οποία υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο για τα μετεκλογικά σενάρια, ιδίως αν η ΝΔ δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία– μετατρέπεται σε εσωστρέφεια και προσωπικές διαμάχες, που ουδόλως αφορά την κοινωνία και την πατρίδα.

Η μάχη (πολιτικής) επιβίωσης μεταξύ κομμάτων, στελεχών και αρχηγών δικαιολογεί απόλυτα την εικόνα που καταγράφουν αυτή τη στιγμή οι δημοσκοπήσεις, με αδιαμφισβήτητη υπεροχή της ΝΔ και προσωπικά του κ. Μητσοτάκη, ενώ δίνουν την αυτονόητη απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός από το βήμα του Συνεδρίου της ΝΔ σχετικά με το ποιος είναι εκείνος που πραγματικά μπορεί να ηγηθεί της χώρας και να δώσει απαντήσεις στις προκλήσεις της νέας δεκαετίας.