Ο κύκλος των δημοσκοπήσεων πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές –τα… μπάνια του λαού, που έλεγαν παλιότερα– κλείνει αυτήν την εβδομάδα.
Όλα δείχνουν ότι το σκηνικό παραμένει όπως έχει διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί ισχυρό προβάδισμα και να γράφει μπροστά το 3 στα ποσοστά της στην εκτίμηση ψήφου, ενώ στη δεύτερη θέση εμφανίζεται η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη να βρίσκεται στην τρίτη θέση καταγράφοντας χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις.
Ο κύκλος κλείνει με τα εξής δεδομένα: Πρώτον, το νέο κόμμα που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε πολιτικές αναταράξεις που όμως επικεντρώνονται στον χώρο της (Κεντρο)Αριστεράς δείχνοντας ότι ουσιαστικά συγκεντρώνει τις ψήφους που είχε ο ίδιος λάβει στις τελευταίες εθνικές εκλογές προκαλώντας απώλειες φυσικά στον ΣΥΡΙΖΑ, στη Νέα Αριστερά, στην Πλεύση Ελευθερίας, στο ΜέΡΑ25 αλλά και στο ΠΑΣΟΚ, τη θέση του οποίου έλαβε στον πίνακα… κατάταξης.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη έχασε τη δεύτερη θέση στην οποία βρέθηκε μετά από σπόντα και το ανώτερο ποσοστό που σήμερα λαμβάνει είναι ίδιο με αυτό των εκλογών του 2023 στην εκτίμηση ψήφου, με τη βελόνα να έχει κουνηθεί αλλά προς τα κάτω, αν και στη Χαριλάου Τρικούπη η ηγετική ομάδα εμμένει στα περί νίκης –έστω και με μία ψήφο– στις επόμενες εκλογές.
Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία, εμφανίζεται να έχει απώλειες σε σχέση με την αρχική εμφάνιση και τα προβλήματα που καταγράφονται με αποχωρήσει στελεχών, καταγγελίες, ακόμη και μηνύσεις δείχνουν –στην παρούσα φάση– ότι η δυναμική έχει χαθεί, αν και υπάρχει μια δυσκολία ακόμη και στις δημοσκοπήσεις να καταγραφεί το κοινό το οποίο δύναται να προσελκύσει.
Από εκεί και πέρα η Ελληνική Λύση καταγράφει μια σταθερότητα ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας δείχνει πτωτικές τάσεις.
Το συμπέρασμα που προκύπτει σε αυτή τη φάση είναι πως η Νέα Δημοκρατία δεν επηρεάστηκε από τα κόμματα που εμφανίσθηκαν στην πολιτική σκηνή. Μάλιστα, δείχνει να τσιμπάει ποσοστά, όπως άλλωστε και η θέση της περί σταθερότητας και αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει επίσης καταλληλότερος πρωθυπουργός μακράν του δεύτερου, που τώρα είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Και αυτά χωρίς να έχουν τεθεί τα προεκλογικά διλήμματα στη βάση μιας προεκλογικής εκστρατείας με προκαθορισμένο χρόνο για τη διεξαγωγή εκλογών, κάτι που είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη συσπείρωση αφού την περίοδο εκείνη οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν ποιον θέλουν να ηγηθεί της χώρας και κυρίως πώς θα το κάνει αυτό.
Ουσιαστικά όλη αυτή η προσπάθεια να εμφανιστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως ο πρωθυπουργός που φεύγει πήγε στην κυριολεξία κουβά. Ακόμη και τα σενάρια του… 25% δείχνουν να μην έχουν τύχη. Και ίσως αυτή είναι η αιτία που η καταστροφολογία και η τοξικότητα επανέρχονται στην κεντρική σκηνή σε μια προσπάθεια να διαμορφωθεί η πολιτική ατζέντα με τρόπο που δεν θα επιτρέπει στην κυβέρνηση να ξεδιπλώσει τα επόμενα βήματά της αλλά και να καταγράψει τα πεπραγμένα της.
Είναι επίσης βέβαιο ότι αν τα δεδομένα του Σεπτεμβρίου είναι ανάλογα και αν αρχίσει να καταγράφει μια ανοδική πορεία το κυβερνών κόμμα, τότε τα φαινόμενα αυτά θα λάβουν διαστάσεις. Ειδικά αν παραμείνει το καθεστώς του ενάμισι κόμματος και φανεί ότι η δημιουργία του δεύτερου πόλου παραμείνει όνειρο απατηλό.