Ολομέτωπη επίθεση της Ζωής Κωνσταντοπούλου στο πρώην «συμμαχικό» ΠΑΣΟΚ.

«Στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι», έλεγε ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, όταν μιλούσε για τη Χρυσή Αυγή, και μάλλον τη… δόξα του πρώην βουλευτή ζήλεψε το ΠΑΣΟΚ.

Ενώ, μόλις πριν από λίγο διάστημα, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη δεν έβλεπε κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα να βρεθεί στην ίδια κοινοβουλευτική γραμμή με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, υπογράφοντας μαζί πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης για τα Τέμπη, τώρα πλέον μάλλον θα πρέπει να ξανασκεφτεί τις παλαιότερες επιλογές του. Άλλωστε, στην πολιτική οι λυκοσυμμαχίες ευκαιρίας έχουν συνήθως ημερομηνία λήξης. Και το ΠΑΣΟΚ το διαπίστωσε προχθές στη Βουλή, όταν τα πυρά της Ζωής Κωνσταντοπούλου στράφηκαν προς τη Χαριλάου Τρικούπη.

Η σύγκρουση στην Ολομέλεια, λίγο πριν από την ψηφοφορία για την εκλογή της Έλενας Ακρίτα στην Ε΄ Αντιπροεδρία της Βουλής, ήταν ενδεικτική. Αφορμή στάθηκε η απόφαση του προεδρεύοντος, Πάρι Κουκουλόπουλου, να μη δώσει τον λόγο επί της διαδικασίας στην πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας. Από εκεί και πέρα, όμως, η αντιπαράθεση ξέφυγε από το διαδικαστικό και εξελίχθηκε σε ολομέτωπη επίθεση κατά του ΠΑΣΟΚ.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε τη Χαριλάου Τρικούπη για «υπόγεια σύμπραξη» με τη Νέα Δημοκρατία, χαρακτήρισε το ΠΑΣΟΚ «αξιωματική αντιπολίτευση από σπόντα» και επιτέθηκε προσωπικά τόσο στον Πάρι Κουκουλόπουλο όσο και στον Παναγιώτη Δουδωνή. «Κάνετε ό,τι κάνει και ο Τσίπρας», είπε, ενώ λίγο αργότερα κάλεσε τον κ. Δουδωνή να καθίσει δίπλα στον Μακάριο Λαζαρίδη και να αγκαλιαστούν, μιλώντας ευθέως για deals.

Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο Πάρις Κουκουλόπουλος ζήτησε να σταματήσουν οι εξυπνακισμοί και η χυδαιότητα, για να ακούσει την πρόεδρο της Πλεύσης να του φωνάζει «είστε τραμπούκος» και «μπράβο στο ΠΑΣΟΚ».

Από τη συμμαχία στη ρήξη

Κι όλα αυτά τη στιγμή που τα δύο κόμματα υπερψήφισαν από κοινού την Έλενα Ακρίτα και είχαν επιλέξει παλαιότερα να καταθέσουν πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης μαζί με τον τότε ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. 

Ήταν ο ίδιος Νίκος Ανδρουλάκης που είχε δεχθεί τότε να συνυπάρξει πολιτικά και κοινοβουλευτικά με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου σε μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, παρά τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κόμματα και παρά το γεγονός ότι η πρόεδρος της Πλεύσης είχε ήδη δώσει αρκετά δείγματα της πολιτικής τακτικής που ακολουθεί. Τότε, βεβαίως, προείχε η δημιουργία της εικόνας ενός ενιαίου αντιπολιτευτικού μετώπου απέναντι στην κυβέρνηση και, φυσικά, η συγκέντρωση των απαραίτητων ψήφων ώστε να εγκριθεί η πρόταση.

Η Χαριλάου Τρικούπη ήθελε, επιπλέον, να εμφανιστεί ως η δύναμη που μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν εξελίχθηκε ακριβώς σύμφωνα με τον σχεδιασμό, αφού αποδείχθηκε ότι είχε τα αντίθετα αποτελέσματα. 

Η Πλεύση Ελευθερίας ενισχύθηκε -τουλάχιστον εκείνη την περίοδο- πολιτικά και δημοσκοπικά. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου διεκδίκησε ακόμη μεγαλύτερο χώρο στην αντιπολίτευση, καθώς ήταν η περίοδος που έφτανε ακόμη και σε διψήφια ποσοστά, ενώ το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στο κενό και τώρα είναι στο στόχαστρο της πρώην προέδρου της Βουλής.

Τα ρίσκα του Ανδρουλάκη

Ο Ν. Ανδρουλάκης, στην προσπάθειά του να αυξήσει την πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση, επέλεξε αρκετές φορές να πάει χέρι χέρι με κόμματα και πρόσωπα τα οποία έχουν βεβαρυμένο βιογραφικό και, προφανώς, συγκεκριμένη ατζέντα.

Όπως, όμως, τονίζουν έμπειρα πολιτικά στελέχη, όταν νομιμοποιείς έναν συνομιλητή ως εταίρο σε κορυφαίες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες, είναι παράδοξο να γίνεσαι έρμαιο μιας πολιτικού, ιδιαίτερα όταν γνωρίζεις ότι ψαρεύει πολιτικά και στη «δική» σου δεξαμενή.

Σε κάθε περίπτωση, η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν άλλαξε ξαφνικά πολιτικό χαρακτήρα, ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης πιστεύει ότι μπορεί αυτόνομα να διεκδικήσει το κάτι παραπάνω. Αλλά σίγουρα συμμαχίες τέτοιου είδους προφανώς τον οδηγούν σε ποσοστά… μονοψήφια και είναι κάτι για το οποίο δέχεται έντονα εσωκομματικά πυρά. Η «σταθερή» γραμμή είναι, εξάλλου, μια μάλλον δύσκολη συνθήκη για το ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα το κόμμα να μετατρέπεται σε συμπλήρωμα οποιουδήποτε άλλου πολιτικού σχεδίου.