Η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στη μνήμη και στα σύμβολά του ίσως φανερώνει μια βαθύτερη εξοικείωση με τη σημερινή, σαφώς μικρότερη πολιτική του θέση.
Όταν η ιστορική μνήμη καταντά γραφικό πολιτικό αποκούμπι
Οι επετειακές εκδηλώσεις του ΠΑΣΟΚ, οι αυτοκινητοπομπές με πράσινες σημαίες στην Κρήτη, τα βίντεο που ανακαλούν την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου και η αξιοποίηση ακόμη και της τεχνητής νοημοσύνης για την αναβίωση εικόνων του παρελθόντος αρχίζουν να συγκροτούν κάτι ευρύτερο από μια επικοινωνιακή επιλογή. Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά ένα πολιτικό ρεπερτόριο που επενδύει στη συγκίνηση της κομματικής βάσης και στη διαρκή επιβεβαίωση μιας ιστορικής κοινότητας.
Η πολιτική ψυχολογία προσφέρει ένα χρήσιμο κλειδί για την ερμηνεία αυτής της μετατόπισης. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, όταν μια ομάδα χάνει τη θέση από την οποία αντλούσε επί χρόνια κύρος, αναζητά άλλα πεδία όπου μπορεί να διατηρήσει τη θετική εικόνα που έχει για τον εαυτό της.
Για το ιστορικό ΠΑΣΟΚ, η βασική πηγή κύρους υπήρξε η εξουσία και η ικανότητα συγκρότησης ευρύτατων κοινωνικών πλειοψηφιών. Το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου δεν χρειαζόταν να υπενθυμίζει διαρκώς τη μεγάλη του ιστορία, καθώς την παρήγε στο παρόν. Σήμερα, καθώς η παλιά πολιτική κυριαρχία έχει χαθεί, το ιστορικό κεφάλαιο αποκτά σχεδόν υπαρξιακή χρησιμότητα. Η Αλλαγή, ο πράσινος ήλιος και οι μεγάλες συγκεντρώσεις προσφέρουν μια περιοχή συμβολικής υπεροχής την οποία αρχικά κανένας ανταγωνιστής του στον χώρο της Κεντροαριστεράς δεν μπορεί εύκολα να διεκδικήσει.
Σε αυτό προστίθεται η συλλογική νοσταλγία, μέσω της οποίας οι ομάδες διαχειρίζονται την απόσταση ανάμεσα στην παλαιότερη ακμή και στη σημερινή τους θέση. Η επιστροφή στις ένδοξες στιγμές ενισχύει τη συνοχή, προστατεύει την αυτοεικόνα της κοινότητας και διατηρεί την αίσθηση ιστορικής σημασίας όταν η πραγματική πολιτική ισχύς έχει περιοριστεί. Λειτουργεί, με άλλα λόγια, και ως μορφή παρηγοριάς. Κάπου εδώ αποκτά περιεχόμενο και ο σκωπτικός χαρακτηρισμός «ΚΚΕ του Κέντρου».
Εξοικείωση με την απώλεια της εξουσίας;
Η σύγκριση με το ΚΚΕ αφορά κυρίως τον τρόπο αναπαραγωγής της κομματικής ταυτότητας. Ο Γράμμος, ο Δημοκρατικός Στρατός και οι τελετουργίες ιστορικής μνήμης συντηρούν μια συμπαγή πολιτική κοινότητα, της οποίας η συνέχεια μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Η θεωρία των κοινωνικών κινημάτων περιγράφει παρόμοιους μηχανισμούς με την έννοια της λανθάνουσας διατήρησης, όταν μια συλλογικότητα επενδύει περισσότερο στη συνοχή και στη διαφύλαξη της ταυτότητάς της σε περιόδους περιορισμένης δυνατότητας επέκτασης.
Κάπου εδώ βρίσκεται το αμείλικτο ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ. Η ηγεσία του εξακολουθεί να μιλά για κυβερνητική αλλαγή και επιστροφή σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πολιτική κουλτούρα ενός κόμματος διαμορφώνεται, όμως, και από όσα μαθαίνει με τον χρόνο να θεωρεί φυσιολογικά.
Ύστερα από μια μακρά περίοδο εκτός εξουσίας, η αυξανόμενη προσήλωση στη μνήμη μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι το ΠΑΣΟΚ εξοικειώνεται σταδιακά με μια μικρότερη θέση στο κομματικό σύστημα. Καμία ηγεσία δεν χρειάζεται να αποφασίσει έναν τέτοιο συμβιβασμό. Αρκεί η κομματική κοινότητα να μάθει να ζει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, αντλώντας ικανοποίηση από τη διατήρηση της ιστορικής της ταυτότητας και μετατρέποντας τη συσπείρωση των πιστών σε ολοένα σημαντικότερη πολιτική λειτουργία.
Τότε η ρετροσπεκτίβα προσφέρει συνοχή και υπερηφάνεια, αφήνοντας παράλληλα όλο και πιο αναιμική την εικόνα μιας μελλοντικής επιλογής διακυβέρνησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ιστορία αντί να χρησιμοποιείται ως καύσιμο για μια νέα κοινωνική ηγεμονία, μετατρέπεται σταδιακά στον τρόπο με τον οποίο ένα πρώην κόμμα εξουσίας μαθαίνει, σχεδόν ασυναίσθητα, να ζει με τη μακρά απουσία της.