Ομολογώ ότι παρακολούθησα την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη περισσότερο ως πολιτικό φαινόμενο παρά ως μία ακόμη είδηση του αστυνομικού και δικαστικού ρεπορτάζ.
Ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Δομοκού, αφού εξέτισε την ποινή που του είχε επιβληθεί για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, και ανακοίνωσε την επιστροφή του στην πολιτική με νέο κόμμα. Αυτή είναι η είδηση. Ολα τα υπόλοιπα, όμως, είναι πολιτική διαχείριση, επικοινωνιακή σκηνοθεσία και-ενδεχομένως- εκλογικός υπολογισμός.
Η τηλεοπτική υπερπροβολή
Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι η παρουσία υποστηρικτών του έξω από τις φυλακές. Είναι ο πρωτοφανής τηλεοπτικός χρόνος που του παραχώρησαν όλα σχεδόν τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και η ΕΡΤ, τα οποία επί χρόνια διακήρυσσαν ότι δεν προσφέρουν δημόσιο βήμα σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τη Χρυσή Αυγή.
Ζωντανές συνδέσεις, κάμερες παραταγμένες στην έξοδο των φυλακών, δημοσιογράφοι να καταδιώκουν για μία δήλωση, συνεχείς αναφορές στις επευφημίες και στις αγκαλιές των συγκεντρωμένων. Η αποφυλάκιση ενός καταδικασμένου πρώην στελέχους της Χρυσής Αυγής μετατράπηκε σε τηλεοπτικό γεγονός με όλα τα χαρακτηριστικά πολιτικής επανεμφάνισης. Και εύλογα αναρωτιέται κανείς: πού εξαφανίστηκε εκείνο το περίφημο τηλεοπτικό «μπλόκο»; Πού πήγαν οι βαρύγδουπες δεσμεύσεις περί δημοκρατικής ευθύνης των μέσων ενημέρωσης;
Από πότε η υπεράσπιση της Δημοκρατίας επιβάλλει να στήνονται κάμερες έξω από μία φυλακή και να μεταδίδεται σχεδόν λεπτό προς λεπτό η επιστροφή ενός προσώπου στην πολιτική ζωή; Η τηλεοπτική εικόνα δεν είναι ουδέτερη. Ο τηλεοπτικός χρόνος είναι πολιτικό κεφάλαιο. Οποιον προβάλλεις, τον καθιστάς ορατό. Οποιον κρατάς διαρκώς στο προσκήνιο, τον αναβαθμίζεις σε συνομιλητή.
Και όποιον παρουσιάζεις επί ώρες ως πρωταγωνιστή, τελικά τον πριμοδοτείς —ακόμη και όταν προσποιείσαι ότι τον καταγγέλλεις. Η αρνητική προβολή παραμένει προβολή. Η κραυγαλέα αποδοκιμασία δεν ακυρώνει την πολιτική αναγνωρισιμότητα που προσφέρει η κάμερα. Αντιθέτως, συχνά ενισχύει το αφήγημα εκείνου που θέλει να εμφανίζεται ως διωκόμενος και ως «θύμα» από το «σύστημα».
Τα πολιτικά οφέλη
Εδώ αρχίζουν τα σοβαρά ερωτήματα. Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει κάποιος κεντρικός σχεδιασμός και δεν πρόκειται να παρουσιάσω μία πολιτική εκτίμηση ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Οφείλω, όμως, να παρατηρήσω ποιον εξυπηρετεί αντικειμενικά αυτή η υπερπροβολή.
Ενας πολιτικά ενισχυμένος Κασιδιάρης μπορεί να αντλήσει ψήφους από τον Κυριάκο Βελόπουλο, την Αφροδίτη Λατινοπούλου και άλλους σχηματισμούς δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Μπορεί να κατακερματίσει ακόμη περισσότερο μια εκλογική δεξαμενή η οποία, λόγω της φθοράς της κυβέρνησης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ενδέχεται, επίσης, να δυσκολέψει την επανεμφάνιση του Αντώνη Σαμαρά, τον οποίο το Μέγαρο Μαξίμου έχει ασφαλώς περισσότερους λόγους να υπολογίζει ως πολιτικά θεσμικό και δυνητικά επικίνδυνο αντίπαλο.
Για το κυβερνητικό σύστημα, ένας χώρος δεξιότερα της ΝΔ, χωρισμένος σε τέσσερα, πέντε ή έξι αντιμαχόμενα κόμματα, είναι το ιδανικό σενάριο. Οι ψήφοι διασπώνται, οι αρχηγοί αλληλοϋπονομεύονται, κανείς δεν αποκτά κρίσιμη πολιτική μάζα και η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται στο τέλος ως ο μοναδικός «σοβαρός», «ευρωπαϊκός» και «δημοκρατικός» πόλος.
Και αν κάποιος από τους αντιπάλους της γίνει πραγματικά ενοχλητικός, το σύστημα γνωρίζει πώς να αλλάξει το κάδρο: από την υπερπροβολή στην καταγγελία, από τις ζωντανές συνδέσεις στη δαιμονοποίηση και από τη δημοσιογραφική περιέργεια στην πολιτική απομόνωση.
Η υποκρισία της αστικής τάξης
Αυτή είναι η βαθιά υποκρισία μιας αστικής τάξης που πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Μιας αστικής τάξης χωρίς πνευματικό ανάστημα, χωρίς ιστορική μνήμη και, κυρίως, χωρίς σταθερές αρχές.
Τη μία ημέρα κουνά το δάχτυλο στον λαό και τον προειδοποιεί για τον «κίνδυνο των άκρων». Την επόμενη μετατρέπει τα ίδια αυτά άκρα σε τηλεοπτικό θέαμα, εφόσον θεωρεί ότι μπορούν να φανούν χρήσιμα στην εκλογική αριθμητική. Δεν υπερασπίζεται αξίες. Υπερασπίζεται συμφέροντα. Δεν θωρακίζει τη Δημοκρατία. Διαχειρίζεται τους φόβους της κοινωνίας.
Δεν απομονώνει πραγματικά τον εξτρεμισμό. Τον επικαλείται, τον προβάλλει ή τον αποσύρει ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής. Η Δημοκρατία, όμως, δεν είναι τηλεοπτικό τέχνασμα και ο πατριωτισμός δεν μπορεί να μετατρέπεται ούτε σε σκιάχτρο ούτε σε εκλογικό εμπόρευμα.
Πατριωτισμός και εξτρεμισμός
Προσωπικά, δεν συμμερίζομαι την υστερία όσων χαρακτηρίζουν συλλήβδην «φασιστική» κάθε στροφή των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς την πατρίδα, τα σύνορα, την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και την προστασία της πολιτισμικής τους ταυτότητας.
Εκατομμύρια Ευρωπαίοι αντιδρούν σε μία πολιτική ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, άκριτης πολυπολιτισμικότητας, αποδόμησης της οικογένειας και επιβολής ακραίων εκδοχών της λεγόμενης woke ατζέντας. Δεν είναι ακροδεξιοί όλοι αυτοί ούτε ναζιστές.
Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν υπαρκτές ανησυχίες, οι οποίες δεν εξαφανίζονται με ύβρεις, απαγορεύσεις ή τηλεοπτικά κηρύγματα. Οποιος αποκαλεί «ακροδεξιό» κάθε πολίτη που αγωνιά για τα σύνορα, τη δημογραφική κατάρρευση, την εγκληματικότητα ή την εθνική ταυτότητα, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Το διογκώνει.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο πατριωτικός χώρος δικαιούται να ξεχνά την ιστορική εμπειρία, να εξωραΐζει τον πολιτικό εξτρεμισμό ή να μετατρέπει την οργή σε άλλοθι για οποιαδήποτε συμπεριφορά. Πατριωτισμός χωρίς δημοκρατική ευθύνη, θεσμική σοβαρότητα και συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα καταντά σύνθημα. Και το σύνθημα, όσο δυνατό κι αν ακούγεται, δεν αποτελεί από μόνο του πρόταση διακυβέρνησης.
Η ανάγκη για σοβαρότητα
Το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα φωνάξει δυνατότερα «είμαι ο πιο πατριώτης». Ούτε ποιος θα συγκεντρώσει περισσότερες κάμερες στην έξοδο μιας φυλακής. Το ζητούμενο είναι αν μπορούν να συνεννοηθούν σοβαρές, δημοκρατικές και υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις πάνω σε έναν κοινό άξονα: πατρίδα, πίστη, οικογένεια, κοινωνική συνοχή, ασφάλεια, εθνική κυριαρχία και σεβασμός στους θεσμούς.
Χρειάζεται ενότητα, αλλά όχι μία άκριτη συγκόλληση προσώπων και αρχηγικών φιλοδοξιών. Χρειάζεται πολιτική σύνθεση, καθαρές δημοκρατικές γραμμές, αξιόπιστα στελέχη και σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Διαφορετικά, η πολυδιάσπαση θα συνεχίσει να λειτουργεί ως το καλύτερο δώρο προς τη σημερινή κυβέρνηση. Εξω από τον Δομοκό ακούστηκε το σύνθημα: «Να τος, να τος, ο πρωθυπουργός!». Δεν πιστεύω ότι θα γίνει αυτό ποτέ πραγματικότητα.
Γνωρίζω, όμως, κάτι άλλο με βεβαιότητα: όσο ο πατριωτικός χώρος αναλώνεται σε προσωπικές αντιπαλότητες, αλληλοκατηγορίες και εμφυλίους, τόσο θα παραδίδει την πολιτική πρωτοβουλία σε εκείνους που ξέρουν να αξιοποιούν τη διαίρεσή του.
Και όσο η παρακμάζουσα αστική τάξη πιστεύει ότι μπορεί να παίζει με τα πρόσωπα, τα άκρα και τους φόβους των πολιτών για να διατηρείται στην εξουσία, τόσο θα απομακρύνεται από την κοινωνία και θα υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατική ομαλότητα την οποία ισχυρίζεται ότι προστατεύει. Η πατρίδα δεν χρειάζεται περισσότερους αυτόκλητους σωτήρες ούτε περισσότερους προσωποπαγείς μηχανισμούς.
Χρειάζεται περισσότερη ενότητα, περισσότερη σοβαρότητα και πολύ λιγότερη πολιτική υποκρισία.