Η εικόνα εκατοντάδων γαλλικών λυκείων σε αποκλεισμό, οι συγκρούσεις με την αστυνομία και οι χιλιάδες συλλήψεις δημιουργούν εύκολα την εντύπωση μιας κυβέρνησης που βρίσκεται αντιμέτωπη με ακόμη μία κοινωνική έκρηξη.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη. Πίσω από τις κινητοποιήσεις υπάρχουν πράγματι προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά από τη στιγμή που οι διαμαρτυρίες συνοδεύονται από εμπρησμούς, επιθέσεις και καταστροφές, η κυβέρνηση Μακρόν–Λεκορνί δεν έχει απλώς δικαίωμα να παρέμβει. Έχει υποχρέωση.
Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι πιεσμένες σχολικές υποδομές και η αίσθηση εγκατάλειψης σε αρκετές περιοχές αποτελούν θεμιτή βάση διαμαρτυρίας. Αυτό, όμως, απέχει πολύ από την αποδοχή μιας κατάστασης στην οποία σχολεία παραλύουν, δημόσια κτίρια πυρπολούνται και εκπαιδευτικοί ή αστυνομικοί μετατρέπονται σε στόχους.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να χαράξει ακριβώς αυτή τη γραμμή. Να αναγνωρίσει το αίτημα χωρίς να αποδεχθεί ότι κάθε μορφή δράσης νομιμοποιείται στο όνομά του. Πρόκειται για στοιχειώδη λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους, ιδιαίτερα όταν μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων είναι ανήλικοι και όταν στους αποκλεισμούς εμφανίζονται ομάδες που δεν περιορίζονται σε μαθητικά αιτήματα αλλά αναζητούν ευθέως τη σύγκρουση.
Η παγίδα της πολιτικής εκμετάλλευσης και το στοίχημα της διακυβέρνησης
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική διάσταση της κρίσης. Η Ανυπότακτη Γαλλία επιχειρεί να εμφανιστεί ως φυσικός εκφραστής της μαθητικής οργής, επενδύοντας σε μια ευρύτερη αφήγηση κοινωνικής εξέγερσης. Η κυβέρνηση, αντιθέτως, έχει κάθε λόγο να μην επιτρέψει τη μετατροπή πραγματικών εκπαιδευτικών προβλημάτων σε όχημα πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Η στάση αυτή γίνεται ακόμη περισσότερο δικαιολογημένη από το γεγονός ότι το Παρίσι δεν επέλεξε αποκλειστικά την καταστολή. Ο υπουργός Παιδείας άνοιξε διάλογο με μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, ενώ η κυβέρνηση έκανε ήδη βήματα υποχώρησης σε επιμέρους σχεδιασμούς που προκαλούσαν αντιδράσεις. Η εικόνα, επομένως, μιας εξουσίας που απαντά σε όλα με αστυνομικά μέτρα δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα.
Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που η γαλλική αντιπολίτευση αποφεύγει συστηματικά. Η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρή δημοσιονομική πίεση, υψηλό χρέος και ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος. Είναι εύκολο για κάθε αντιπολιτευόμενη δύναμη να απαιτεί περισσότερες προσλήψεις, περισσότερες δαπάνες και περισσότερες παροχές. Το δύσκολο είναι να εξηγεί από πού θα βρεθούν οι πόροι.
Η κυβέρνηση Λεκορνί καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και στη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της Γαλλίας. Αυτή είναι η πραγματική ευθύνη της διακυβέρνησης, σε αντίθεση με την άνεση των υποσχέσεων χωρίς κόστος.
Για τον Μακρόν και τον Λεκορνί, συνεπώς, η σημερινή κρίση μπορεί να εξελιχθεί και σε πολιτική ευκαιρία. Εφόσον αποκατασταθεί η ομαλότητα χωρίς υπερβολές και ταυτόχρονα υπάρξουν συγκεκριμένες απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα των σχολείων, η κυβέρνηση μπορεί να αποδείξει ότι το γαλλικό κράτος εξακολουθεί να διαθέτει δύο ιδιότητες που σήμερα αμφισβητούνται: αποφασιστικότητα απέναντι στην ανομία και ικανότητα να ακούει την κοινωνία.
Σε μια Γαλλία που οδεύει προς μια ιδιαίτερα πολωμένη εκλογική αναμέτρηση το 2027, αυτή ακριβώς η ισορροπία ίσως αποδειχθεί πολύ πιο πολιτικά σημαντική από τις ίδιες τις καταλήψεις.