Το ΠΑΣΟΚ οδεύει προς ένα Συνέδριο που θυμίζει τελική αναμέτρηση, ενώ η Νέα Δημοκρατία βλέπει το δικό της ως εφαλτήριο νίκης για την τρίτη τετραετία.
Αν στη Νέα Δημοκρατία το Συνέδριο αντιμετωπίζεται ως ένα εφαλτήριο νίκης για την τρίτη τετραετία, στο ΠΑΣΟΚ το προγραμματικό τριήμερο 27-29 Μαρτίου έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά... τελικής αναμέτρησης. Το στίγμα φάνηκε στην Ολομέλεια της ΚΟΕΣ, όπου Νίκος Ανδρουλάκης, Χάρης Δούκας και Παύλος Γερουλάνος έδωσαν πρόγευση της γραμμής τους, κρατώντας –τουλάχιστον δημοσίως– τους τόνους σχετικά χαμηλά.
Η ουσία, όμως, είναι αλλού. Στη Χαριλάου Τρικούπη η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται από το μοντέλο εκλογής συνέδρων, το οποίο οι αντίπαλοι του προέδρου βαφτίζουν ήδη «μαγικό αλγόριθμο Ανδρουλάκη». Ο Νίκος Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, εμφανίζεται αποφασισμένος να οδηγήσει το κόμμα σε μια πορεία διεύρυνσης με τους όρους της ηγεσίας.
Από το βήμα της ΚΟΕΣ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στη ΝΔ, μιλώντας για «οικογενειοκρατία» και «φαυλότητα», ενώ κατέθεσε και δέσμη 10 σημείων για τη συνταγματική αναθεώρηση, προειδοποιώντας ότι μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται πρόταση για ουσιαστική αναθεώρηση του άρθρου 86, «ώστε να προστατεύεται η διαδικασία από περιπτώσεις τύπου Καραμανλή, Αυγενάκη, Βορίδη».
Στο εσωκομματικό πεδίο, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να κλείσει τη συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών με ένα διπλό μήνυμα: «συμπαράταξη, χωρίς αποκλεισμούς», αλλά όχι συζήτηση με κόμματα, μόνο με πρόσωπα.
Με απλά λόγια, διεύρυνση ναι, αλλά ελεγχόμενη, όχι παζάρια κορυφής. Εδώ ακριβώς πατά ο Χάρης Δούκας. Ναι μεν δηλώνει ότι δεν αμφισβήτησε ποτέ την ηγεσία Ανδρουλάκη μετά τις εσωκομματικές εκλογές (άλλωστε ηττήθηκε κατά κράτος), αλλά επιμένει ότι το Συνέδριο είναι η «τελευταία ευκαιρία» για πραγματική επανεκκίνηση.
Ο ίδιος κατέθεσε τρεις προτάσεις:
- Συνεδριακή δέσμευση ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τη ΝΔ, για λόγους «πολιτικής αξιοπιστίας».
- Πιο ριζοσπαστικός λόγος – τέλος στην «άχρωμη, γενικόλογη πολιτική».
- Πρωτοβουλία προγραμματικού διαλόγου με τα προοδευτικά κόμματα.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο το πολιτικό, αλλά το οργανωτικό, καθώς διακυβεύεται ο έλεγχος του κόμματος. Κι αυτό διότι οι εσωκομματικοί επικριτές του Ν. Ανδρουλάκη γνωρίζουν ότι η πλειοψηφία των στελεχών παραμένει με το μέρος του, ενώ οι υπόλοιποι εμφανίζονται... αδύναμοι. Η πλευρά Δούκα βλέπει στον τρόπο εκλογής συνέδρων (με βάση εκλογικά ποσοστά ανά δήμο) έναν μηχανισμό που κλειδώνει τους συσχετισμούς υπέρ της ηγεσίας. Και κάπως έτσι η μάχη για τον «αλγόριθμο» γίνεται για όλους υπαρξιακή πολιτικά.
Από την πλευρά του, ο Παύλος Γερουλάνος ανεβάζει τον πήχη στη γραμμή «όχι με τη ΝΔ», προειδοποιώντας ότι όπου υπήρξαν τέτοιες συμπράξεις «δυνάμωσαν τα άκρα, ο λαϊκισμός και η δημαγωγία» και στέλνοντας μήνυμα σε όσους ονειρεύονται υπουργικές καρέκλες: «Ας το ξεχάσει τώρα».
Ο Μιχάλης Κατρίνης, σε κριτικό τόνο, έβαλε στο κάδρο και τις «συμφωνίες σιωπής», καταγγέλλοντας ότι συνεργασίες στελεχών με τη ΝΔ σε συνδικάτα και φορείς θολώνουν τη διαχωριστική γραμμή και υπονομεύουν την αξιοπιστία του κόμματος όταν δηλώνει ότι «δεν θα συνεργαστεί».
Η Άννα Διαμαντοπούλου κινείται διαφορετικά, καθώς βλέπει τα συνέδρια ως πολιτική μάχη, όχι οργανωτική. Ζητά καθαρή στρατηγική στόχων και δίνει βάρος στα κείμενα (διακήρυξη, θέσεις, καταστατικό), προτείνοντας ηλεκτρονικό μητρώο μελών και διαδικασίες συμμετοχής. Στο ενδιάμεσο, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης επιχειρεί να αναδειχθεί ως αυτόνομος πόλος, μετά τη ρήξη με την ομάδα Δούκα, με συνεργάτες του να εκτιμούν ότι μπορεί να είναι «ο δεύτερος πόλος» στην επόμενη Κεντρική Επιτροπή.
Την ίδια ώρα, η ΝΔ οδεύει προς το Συνέδριο με άλλη λογική. Με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη τετραετία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να συσπειρώσει το κόμμα του και εδώ όμως είναι ακριβώς το σημείο της αντίθεσης. Στο ΠΑΣΟΚ το Συνέδριο εξελίσσεται σ’ ένα στοίχημα επιβίωσης και ταυτότητας, ενώ η ΝΔ ατενίζει το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία.
Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα δεν είναι αν «στο τέλος κερδίζει ο Ανδρουλάκης», όπως αστειεύονται κάποιοι παραφράζοντας τον Λίνεκερ. Το ερώτημα είναι αν, κερδίζοντας οργανωτικά, θα μπορέσει να κερδίσει και πολιτικά. Δηλαδή, να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα κόμμα που απλώς ρυθμίζει συσχετισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ένα κόμμα που μπορεί να δώσει καθαρή προοπτική εξουσίας.
Γιατί, μέχρι στιγμής, στη Χαριλάου Τρικούπη δεν συζητούν μόνο «με ποιους θα πάνε». Συζητούν και ποιοι θα μείνουν όρθιοι όταν σβήσουν τα φώτα του Συνεδρίου.
