Σαν σήμερα, λοιπόν, 29 Νοεμβρίου 1964, η ιστορία ξυπνάει λίγο πιο βαριά, λες και θυμάται πράγματα που δεν χώρεσαν εύκολα στον χρόνο. Είναι από εκείνες τις μέρες που, όσο κι αν μοιάζουν συνηθισμένες στο ημερολόγιο, κουβαλούν μέσα τους το βάρος ανθρώπων, φωνών και γεγονότων που σημάδεψαν έναν ολόκληρο τόπο.

Η ιστορία αρχίζει πολλά χρόνια πριν, τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοεμβρίου 1942, όταν η γέφυρα του Γοργοποτάμου δεν ήταν απλώς ένας σιδερένιος σύνδεσμος ανάμεσα στις πλαγιές της Οίτης, αλλά το σημείο όπου ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και Βρετανοί κομάντος ένωσαν τις δυνάμεις τους για έναν κοινό στόχο. Η ανατίναξη της γέφυρας έγινε τότε σύμβολο της Αντίστασης, μια πράξη που φώτισε τα πιο σκοτεινά χρόνια της Κατοχής.

Κάθε χρόνο ο κόσμος συγκεντρωνόταν για να τιμήσει εκείνη τη νύχτα και όσους θυσιάστηκαν, ώσπου φτάνουμε στο 1964 — εικοσιδύο χρόνια μετά. Για πρώτη φορά, ο εορτασμός ήταν επίσημος. Χιλιάδες άνθρωποι, οικογένειες, νέοι, ηλικιωμένοι, παλιοί αγωνιστές του ΕΛΑΣ και άνθρωποι που γνώριζαν την Αντίσταση μόνο από αφηγήσεις, μαζεύτηκαν με την ίδια διάθεση: να τιμήσουν.

Οι εκδηλώσεις κυλούσαν ομαλά, έως τη στιγμή που δεν επετράπη σε αντιπροσωπείες των αντιστασιακών οργανώσεων να καταθέσουν τα στεφάνια τους. Ξέσπασε αναβρασμός. Δεξιοί και αριστερoί βρέθηκαν σε αντιπαράθεση, με σπρωξίματα, ξύλο και βρισιές που άναψαν τα αίματα. Με την παρέμβαση των ψυχραιμότερων, η κατάσταση φαινόταν να εκτονώνεται.

Κι εκεί, ξαφνικά, η έκρηξη. Ένας κρότος που πάγωσε τους πάντες. Μια νάρκη, ξεχασμένη στο χώμα — κατάλοιπο του παλιού εμφυλιακού μίσους — πατήθηκε και η στιγμή μετατράπηκε σε τραγωδία.
13 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 45 τραυματίστηκαν, όλοι οπαδοί της Αριστεράς ή πρώην αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Ακολούθησαν επεισόδια, με πρώην αντάρτες — ανάμεσά τους και δύο στρατηγοί της Αντίστασης — να επιτίθενται στους χωροφύλακες, θεωρώντας τους υπεύθυνους. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι είχε συμβεί· μόνο ότι υπήρχαν νεκροί, τραυματίες, φωνές, πανικός.

Το πανηγύρι της μνήμης έγινε σκηνή τρόμου. Όσοι έτρεχαν να πιάσουν καλή θέση, έτρεχαν τώρα να σωθούν. Οι ζητωκραυγές πνίγηκαν από κραυγές. Και το μακελειό έμεινε χαραγμένο για πάντα, για να θυμίζει πως οι πόλεμοι δεν τελειώνουν όταν σωπάσουν τα όπλα.

Κι όμως, ο Γοργοπόταμος είναι πεισματάρης τόπος. Η γέφυρα ξαναχτίστηκε και στέκει ακόμη, σαν να ψιθυρίζει σε όσους περνούν το μάθημα της ενότητας και του σεβασμού προς την ιστορία.

Έτσι, όταν λέμε «σαν σήμερα», δεν θυμόμαστε μόνο το κατόρθωμα του ’42. Θυμόμαστε και το 1964, τότε που ο Γοργοπόταμος έγινε όχι μόνο σύμβολο της Αντίστασης, αλλά και σύμβολο της ανάγκης για ενότητα.