Λίγο πριν από τις τρεις το απόγευμα της Τρίτης 1ης Οκτωβρίου 1946, μια συρόμενη ξύλινη πόρτα άνοιξε πίσω από το εδώλιο της Αίθουσας 600 του Μεγάρου Δικαιοσύνης της Νυρεμβέργης.

Από το ασανσέρ των κελιών βγήκε, ανάμεσα σε δύο Αμερικανούς στρατονόμους με λευκά κράνη, ο Χέρμαν Γκαίρινγκ. Φόρεσε τα ακουστικά. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, ο Βρετανός λόρδος Τζέφρι Λόρενς, διάβασε τη φράση που θα επαναλάμβανε εκείνο το απόγευμα έντεκα φορές σε ανθρώπους που στέκονταν μπροστά του και μία ακόμη για έναν απόντα: Death by hanging. Θάνατος δι’ απαγχονισμού. Ο Γκαίρινγκ έβγαλε τα ακουστικά, γύρισε την πλάτη και μπήκε ξανά στο ασανσέρ. Την επόμενη φορά που θα άνοιγε η πόρτα, θα έβγαινε ο Ρούντολφ Ες.

Ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που κάτι τέτοιο γινόταν σε δικαστήριο. Ως το 1945, οι ηττημένοι ηγέτες εκτελούνταν συνοπτικά, εξορίζονταν ή επέστρεφαν στα κτήματά τους. Ο Τσόρτσιλ είχε προτείνει να εκτελεστούν οι κορυφαίοι ναζί χωρίς δίκη. Ο Στάλιν ήθελε δίκη, αρκεί να ήξερε το αποτέλεσμα από πριν. Οι Αμερικανοί, και κυρίως ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ρόμπερτ Τζάκσον, επέμειναν σε μια κανονική διαδικασία, με κατηγορητήριο, αποδείξεις, υπεράσπιση και δυνατότητα αθώωσης.

Έτσι γεννήθηκαν ο Χάρτης του Λονδίνου, στις 8 Αυγούστου 1945, και το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο, με δικαστές από ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και ΕΣΣΔ. Οι κατηγορίες ήταν τέσσερις: συνωμοσία, εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου και, για πρώτη φορά με αυτή τη διατύπωση σε διεθνές δικαστήριο, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στην εναρκτήρια αγόρευσή του, ο Τζάκσον είπε ότι τέσσερα μεγάλα έθνη, μεθυσμένα από τη νίκη και πληγωμένα από την αδικία, συγκρατούσαν το χέρι της εκδίκησης και παρέδιδαν τους αιχμαλώτους τους στην κρίση του νόμου. Και προειδοποίησε: αν δώσουμε σε αυτούς τους κατηγορούμενους ένα δηλητηριασμένο δισκοπότηρο, το φέρνουμε και στα δικά μας χείλη. Αυτό ήταν το στοίχημα και συνάμα η πολιτισμένη εκδίκηση των νικητών και της Δικαιοσύνης.

Οι μεγάλοι απόντες ήταν προφανείς. Ο Χίτλερ, ο Χίμλερ και ο Γκέμπελς είχαν αυτοκτονήσει. Ο Ρόμπερτ Λέι κρεμάστηκε στο κελί του πριν ξεκινήσει η δίκη. Ο Μάρτιν Μπόρμαν δικάστηκε ερήμην· κανείς δεν ήξερε ότι ήταν ήδη νεκρός, σε κάποιο πεζοδρόμιο του Βερολίνου. Έμειναν 22: στρατιωτικοί, υπουργοί, αλλά και προπαγανδιστές που έσπερναν στις εφημερίδες το μίσος κατά των Εβραίων.

Σε 218 ημέρες συνεδριάσεων, το Δικαστήριο διάβασε χιλιάδες έγγραφα, γραμμένα κυρίως από τους ίδιους τους ναζί. Όταν προβλήθηκε το φιλμ των Αμερικανών από τα στρατόπεδα, κάποιοι κατηγορούμενοι δεν άντεξαν να δουν τι είχαν κάνει και γύρισαν αλλού το κεφάλι.

Λίγες ώρες πριν από τις εκτελέσεις, ο Γκαίρινγκ δάγκωσε μια κάψουλα κυανίου. Λίγο μετά τη μία τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου, στο γυμναστήριο της φυλακής, ο Αμερικανός επιλοχίας Τζον Γουντς άρχισε τη δουλειά του. Πρώτος ανέβηκε ο Ρίμπεντροπ. Ο Στράιχερ φώναξε στην πλατφόρμα «Heil Hitler» και πέταξε ένα τελευταίο αντισημιτικό σχόλιο για τη γιορτή του Πουρίμ. Οι σοροί, μαζί με εκείνη του Γκαίρινγκ, αποτεφρώθηκαν στο Μόναχο και η τέφρα σκορπίστηκε σε ένα ρυάκι, παραπόταμο του Ίζαρ. Οι νικητές δεν ήθελαν τάφους. Ήξεραν ότι ένας τάφος μπορεί να γίνει βωμός, και ένας βωμός μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι που κανείς δεν ήθελε να ξαναζήσει.

Είκοσι χρόνια ακριβώς από την ετυμηγορία, τα μεσάνυχτα της 1ης Οκτωβρίου 1966, οι πόρτες της φυλακής Σπαντάου άνοιξαν για τους καταδικασμένους σε φυλάκιση Σπέερ και Σίραχ. Έξω περίμεναν κάμερες και φλας. Ο Σπέερ έγινε συγγραφέας μπεστ σέλερ, ο «καλός ναζί» που μετανόησε, μια εικόνα που οι ιστορικοί χρειάστηκαν χρόνια για να αποδομήσουν.

Ο Ες έμεινε μόνος κρατούμενος της Σπαντάου για άλλα είκοσι ένα χρόνια. Αυτοκτόνησε το 1987, σε ηλικία 93 ετών. Και τότε συνέβη αυτό που οι Σύμμαχοι είχαν προσπαθήσει να αποτρέψουν: ο τάφος του στο Βούνζιντελ έγινε τόπος προσκυνήματος για τους νεοναζί της Ευρώπης. Η Σπαντάου κατεδαφίστηκε για να μη γίνει ιερό· ο τάφος διαλύθηκε το 2011.

Ένα από τα διδάγματα της Νυρεμβέργης είναι αυτό: η ποινή κλείνει έναν φάκελο. Δεν κλείνει την ιδεολογία του μίσους που οδήγησε στη μεγαλύτερη τραγωδία της ανθρωπότητας εις βάρος των Εβραίων.

Η Δυτική Γερμανία το κατάλαβε γρήγορα. Το 1949, ο πρώην αξιωματικός της Βέρμαχτ Ότο Έρνστ Ρέμερ, που είχε συμβάλει στην καταστολή της απόπειρας κατά του Χίτλερ το 1944, βρέθηκε στην ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Ράιχ. Το 1952, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το απαγόρευσε ως αντισυνταγματικό. Ήταν η γέννηση μιας ιδέας που οι Γερμανοί ονομάζουν wehrhafte Demokratie: δημοκρατία που μπορεί να αμυνθεί… Ζώντας στις μέρες μας διαπιστώνει κανείς ότι αυτό που είναι ολοζώντανο δεν είναι η Δίκη αλλά το Δίδαγμα της Νυρεμβέργης…