Υπάρχει ένα ερώτημα που προηγείται κάθε συζήτησης για τις σύγχρονες μορφές γονεϊκότητας: οργανώνουμε την οικογένεια με γνώμονα τις ανάγκες του παιδιού ή προσαρμόζουμε τις προϋποθέσεις της ζωής του στις επιθυμίες των ενηλίκων;
Η ανακοίνωση του πρωθυπουργού της Ολλανδίας, Ρομπ Γέτεν, ότι αναμένει παιδί με τον σύντροφό του, με τη συνδρομή δωρήτριας ωαρίου και παρένθετης κυοφόρου, επαναφέρει αυτή τη συζήτηση. Για την ακρίβεια, η επίσημη ανακοίνωση αναφέρει ότι οι δύο γυναίκες είναι γνωστές του ζευγαριού και ότι δεν υπάρχει οικονομικό αντάλλαγμα. Συνεπώς, η συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσφέρεται για ατεκμηρίωτες καταγγελίες περί αγοραπωλησίας. Προσφέρεται, όμως, για έναν ουσιαστικό προβληματισμό που η απουσία αμοιβής δεν καταργεί.
Αρκεί η συναίνεση των ενηλίκων για να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα που αφορούν τη ζωή ενός τρίτου ανθρώπου;
Η επιθυμία να γίνει κάποιος γονιός είναι βαθιά ανθρώπινη και άξια σεβασμού. Ο πόνος της ατεκνίας χρειάζεται ευαισθησία, όχι εύκολες καταδίκες. Ωστόσο, από την κατανόηση μιας επιθυμίας μέχρι την αναγνώρισή της ως απαίτησης που πρέπει οπωσδήποτε να ικανοποιηθεί, υπάρχει μεγάλη ηθική απόσταση.
Το παιδί δεν αποτελεί οφειλή της φύσης, της επιστήμης ή της κοινωνίας προς κανέναν μας. Είναι άνθρωπος που θα ζήσει τις συνέπειες αποφάσεων τις οποίες άλλοι έλαβαν πριν αποκτήσει φωνή.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη δική μας αντίληψη, η αξία της πυρηνικής οικογένειας: στην κοινή ευθύνη μητέρας και πατέρα να υποδεχθούν, να αναθρέψουν και να συνοδεύσουν το παιδί τους. Σε μια δέσμευση που καλείται να συνδέσει την καταγωγή με την παρουσία, τη γέννηση με τη φροντίδα και την αγάπη με τη διάρκεια.
Αυτό το πρότυπο δεν δικαιώνεται αυτομάτως από τη βιολογική συγγένεια. Ένας πατέρας που εγκαταλείπει, μια μητέρα που κακοποιεί, ένα σπίτι γεμάτο φόβο προδίδουν την οικογένεια, όσο συμβατική και αν είναι η σύνθεσή της. Η υπεράσπιση της οικογένειας απαιτεί πρώτα αυστηρότητα απέναντι στις δικές της αποτυχίες.
Η εγκατάλειψη, όμως, δεν γίνεται επιθυμητή επειδή υπάρχουν εγκαταλειμμένα παιδιά. Η απουσία δεν μετατρέπεται σε αδιάφορη λεπτομέρεια επειδή πολλοί άνθρωποι κατόρθωσαν, με αξιοθαύμαστη δύναμη, να μεγαλώσουν μέσα σε αυτήν.
Γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε. Ο χαρακτηρισμός «τεχνητή ορφάνια» μπορεί να αδικεί τα ίδια τα παιδιά και να προδικάζει τη ζωή τους.
Το ουσιαστικό ερώτημα διατυπώνεται ακριβέστερα: με ποια αιτιολόγηση αποφασίζουμε εκ των προτέρων ότι η γυναίκα που θα κυοφορήσει ένα παιδί δεν θα το αναθρέψει, και πώς σταθμίζουμε αυτή την απόφαση από τη δική του πλευρά;
Δεν γνωρίζουμε ούτε δικαιούμαστε να προεξοφλούμε πώς θα βιώσει κάθε παιδί την καταγωγή του. Οφείλουμε, όμως, να αφήνουμε χώρο στα δικά του μελλοντικά ερωτήματα. Ποια γυναίκα συνέβαλε γενετικά στη γέννησή του; Ποια το κυοφόρησε; Ποια σχέση θα μπορεί να έχει μαζί τους; Πώς θα αντιμετωπιστεί μια ενδεχόμενη ανάγκη του για περισσότερη επικοινωνία, γνώση ή εγγύτητα;
Η γνώση ενός ονόματος δεν απαντά αναγκαστικά σε όλα αυτά. Και μια συμφωνία μεταξύ ενηλίκων δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων τι θα αισθανθεί εκείνος που πρόκειται να γεννηθεί.
Η συζήτηση αυτή αφορά κάθε προσφυγή στην παρένθετη κύηση, ανεξαρτήτως του ποιοι επιθυμούν να γίνουν γονείς. Αν θέλουμε συνεπή ηθική θέση, οφείλουμε να εξετάζουμε τις ίδιες πράξεις με τα ίδια κριτήρια.
Υπάρχει, επίσης, μια ουσιαστική διάκριση από την υιοθεσία. Η υιοθεσία επιδιώκει να προσφέρει οικογένεια σε ένα παιδί που ήδη χρειάζεται προστασία. Στην παρένθετη κύηση η σύλληψη εντάσσεται εξαρχής σε έναν σχεδιασμό, στον οποίο άλλοι θα αναλάβουν την ανατροφή από τη γυναίκα που θα γεννήσει. Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη απάντηση σε κάθε περίπτωση. Αποκλείει, όμως, την εύκολη εξίσωση δύο διαφορετικών καταστάσεων.
Ούτε η επίκληση παλαιών εθίμων λύνει το πρόβλημα. Η ιστορική ύπαρξη μιας πρακτικής αποδεικνύει ότι εφαρμοζόταν· δεν αποδεικνύει ότι ήταν δίκαιη. Το παρελθόν χρειάζεται κρίση, όπως ακριβώς και το παρόν. Και η τεχνική δυνατότητα μιας πράξης δεν αρκεί για την ηθική της δικαίωση.
Στη χριστιανική κατανόηση της γονεϊκότητας, το παιδί είναι δώρο και ευθύνη. Η υποδοχή του μας καλεί να περιορίσουμε τον εγωισμό μας, να αναθεωρήσουμε προτεραιότητες, να αναλάβουμε θυσίες. Η αγάπη αποκτά περιεχόμενο όταν ρωτά: «Τι χρειάζεται αυτός ο άνθρωπος από εμένα;». Όταν αντέχει ακόμη και την πιθανότητα ότι μια δική μας επιθυμία χρειάζεται όρια.
Αλλά η υπεράσπιση της πυρηνικής οικογένειας χάνει την αξιοπιστία της όταν εξαντλείται σε καταγγελίες. Χρειάζεται έμπρακτη στήριξη των νέων ζευγαριών, κατοικία προσιτή, χρόνο για την ανατροφή, προστασία της μητρότητας και ουσιαστική συμμετοχή του πατέρα. Χρειάζεται στήριξη της μονογονεϊκής οικογένειας, των θετών γονέων και κάθε παιδιού που μεγαλώνει μέσα σε δυσκολίες.
Δεν μπορείς να υμνείς την οικογένεια και να αδιαφορείς για τον γονιό που εργάζεται εξαντλητικά για να πληρώσει το ενοίκιο. Ούτε να υπερασπίζεσαι τη μητρότητα μόνο όταν τη συναντάς ως επιχείρημα σε μια δημόσια αντιπαράθεση.
Και η Εκκλησία οφείλει να αρθρώνει τον λόγο της με παρρησία και ποιμαντική ευθύνη. Να εξηγεί το πρότυπό της, να στηρίζει όσους αγωνίζονται να το υπηρετήσουν και να αγκαλιάζει κάθε παιδί χωρίς υποσημειώσεις. Κανένα παιδί δεν φέρει ευθύνη για τον τρόπο της σύλληψής του. Κανένα δεν επιτρέπεται να γίνεται στόχος, σύμβολο αντιπαράθεσης ή αποδέκτης περιφρόνησης.
Η θέση μας υπέρ της πυρηνικής οικογένειας έχει αξία όταν μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ευθύνη των μεγάλων και περισσότερη προστασία των μικρών. Όταν θυμίζει ότι η μητέρα και ο πατέρας καλούνται να είναι καθημερινές παρουσίες, με υποχρεώσεις που διαρκούν πολύ περισσότερο από τη συγκίνηση της απόκτησης ενός παιδιού.
Γιατί το βαθύτερο μέτρο της γονεϊκότητας είναι όσα είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε σε ένα παιδί — ακόμη και όταν οι δικές του ανάγκες δεν συμπίπτουν με τις δικές μας επιθυμίες. Εκεί δοκιμάζεται η αγάπη. Και εκεί αρχίζει η οικογένεια.