Ο τορπιλισμός της «Έλλης», στις 15 Αυγούστου 1940, έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πλέον προκλητικές ενέργειες της φασιστικής Ιταλίας σε βάρος της Ελλάδας, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Σε αφιέρωμά του, το ΓΕΣ καταγράφει το κλίμα που είχε δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα, τις ιταλικές επιθέσεις εναντίον ελληνικών στόχων και τα γεγονότα που οδήγησαν στη βύθιση του ελληνικού πολεμικού πλοίου έξω από το λιμάνι της Τήνου.
Τον Ιούνιο του 1940, με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε πλήρη εξέλιξη, η Ιταλία είχε ταχθεί στο πλευρό των Δυνάμεων του Άξονα. Ο δικτάτορας Μπενίτο Μουσσολίνι επιδίωκε να διευρύνει την ιταλική παρουσία στη Μεσόγειο, έχοντας προηγουμένως προχωρήσει στην κατάκτηση της Λιβύης, της Αιθιοπίας και της Αλβανίας.
Στο ιταλικό σχέδιο βρισκόταν πλέον και η Ελλάδα. Η συγκέντρωση ισχυρών ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στα ελληνικά σύνορα, στα μέσα Αυγούστου, έδειχνε τις προθέσεις της Ρώμης. Παράλληλα, είχαν ήδη αρχίσει μικρότερης κλίμακας επιθέσεις εναντίον ελληνικών λιμανιών και πλοίων.
Η κορύφωση αυτών των ενεργειών ήρθε με την επίθεση στην «Έλλη».
Οι ιταλικές επιθέσεις πριν από την «Έλλη»
Στις 06:30 της 12ης Ιουλίου 1940, τρία ιταλικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν με βόμβες και πολυβόλα στο βοηθητικό πλοίο του Ελληνικού Ναυτικού «Ωρίων», το οποίο ανήκε στην υπηρεσία φάρων και εκείνη την ώρα ανεφοδίαζε τον φάρο της Γραμβούσας, στον κόλπο του Κισσάμου στη δυτική Κρήτη.
Τα ίδια αεροσκάφη στράφηκαν στη συνέχεια εναντίον του αντιτορπιλικού «Ύδρα», το οποίο είχε λάβει εντολή να σπεύσει προς υποστήριξη του «Ωρίωνα».
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 06:50 της 30ής Ιουλίου, νέο ιταλικό αεροσκάφος, το οποίο είχε απογειωθεί από τα Δωδεκάνησα, πέταξε πάνω από τον Κορινθιακό Κόλπο και έριξε τέσσερις βόμβες εναντίον των ελληνικών αντιτορπιλικών «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», καθώς και δύο ελληνικών υποβρυχίων που βρίσκονταν στον λιμένα της Ναυπάκτου.
Από τη χημική εξέταση των θραυσμάτων διαπιστώθηκε ότι οι βόμβες ήταν του ίδιου τύπου με εκείνες που είχαν χρησιμοποιηθεί στην επίθεση της 12ης Ιουλίου εναντίον του αντιτορπιλικού «Ύδρα».
Η διαταγή για τον τορπιλισμό
Σύμφωνα με το ιστορικό αφιέρωμα, η διαταγή για τον τορπιλισμό της «Έλλης» δόθηκε από τον Ιταλό διοικητή των Δωδεκανήσων Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι, ηγετικό στέλεχος του Φασιστικού Κόμματος της Ιταλίας. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι η σχετική απόφαση βρισκόταν σε γνώση του Μπενίτο Μουσσολίνι.
Το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο», με διοικητή τον υποπλοίαρχο Τζιουζέπε Αϊκάρντι, απέπλευσε το βράδυ της 14ης Αυγούστου από τη ναυτική βάση στο Παρθένι της Λέρου.
Η αποστολή του προέβλεπε πλήγματα εναντίον πλοίων σε Τήνο και Σύρο και, στη συνέχεια, αποκλεισμό της Διώρυγας της Κορίνθου.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Αυγούστου, το «Ντελφίνο» βρέθηκε σε κατάδυση έξω από το λιμάνι της Τήνου. Αρχικός στόχος ήταν τα επιβατικά πλοία «Έλσα» και «Έσπερος», τα οποία μετέφεραν προσκυνητές, αλλά οι Ιταλοί τα θεωρούσαν οπλιταγωγά.
Τότε στο λιμάνι εμφανίστηκε το καταδρομικό «Έλλη», που είχε φτάσει στην Τήνο προκειμένου να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της Μεγαλόχαρης.
Το ελληνικό καταδρομικό
Η «Έλλη» ανήκε στον στόλο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και είχε πάρει το όνομά της από τη Ναυμαχία της Έλλης, η οποία είχε διεξαχθεί κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Τα καταδρομικά αποτελούσαν πολεμικά πλοία διαφόρων μεγεθών, με υψηλή ταχύτητα και ελαφρύτερο οπλισμό σε σχέση με τα θωρηκτά, τα οποία σταδιακά αντικατέστησαν σε αρκετές αποστολές.
Η «Έλλη» είχε εκτόπισμα 2.115 τόνων και πλήρωμα 232 ανδρών.
Η επίθεση ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου
Στις 15 Αυγούστου 1940, ενώ το πλοίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στον όρμο της Τήνου, δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση με τορπίλες.
Το πλήγμα ήταν καταστροφικό και στις 09:45 το καταδρομικό βυθίστηκε.
Ο απολογισμός ήταν οκτώ νεκροί και 26 τραυματίες από τα μέλη του πληρώματος.
Παρά την επίθεση και το βαρύ κλίμα που επικράτησε στο νησί, η λιτανεία της Παναγίας δεν ακυρώθηκε.
Στο ιστορικό κείμενο αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Πρός διατήρησιν ἀκμαίου τοῦ ἑλληνικοῦ φρονήματος καί τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργός διέταξε, παρά τήν βύθισιν τοῦ εὔδρομου, νά μή ματαιωθῆ ἡ λιτανεία, ἤτις πράγματι ἐτελέσθη πάνδημος καί κατανυκτική».
Η Ελλάδα γνώριζε από πού είχε έρθει το χτύπημα
Ο τορπιλισμός προκάλεσε βαθύτατη οργή και θλίψη στην ελληνική κοινωνία. Η επιλογή της ημέρας, κατά τη μεγάλη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κλίμα και ενίσχυσε το αντιιταλικό αίσθημα.
Η επίθεση αντιμετωπίστηκε ως πράξη που προσέβαλε την εθνική αξιοπρέπεια και τροφοδότησε το αίσθημα αποφασιστικότητας απέναντι στην ιταλική επιθετικότητα.
Ισχυρές ήταν οι αντιδράσεις και στον διεθνή Τύπο, με δημοσιεύματα να καταδικάζουν την επίθεση. Ακόμη και γερμανικές εφημερίδες, σύμφωνα με το αφιέρωμα, έγραψαν με συμπάθεια για την Ελλάδα.
Η ιταλική κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε προκαλέσει η υπόθεση στη διεθνή κοινή γνώμη, προσπάθησε να αποποιηθεί τις ευθύνες της.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, επιχείρησε να παρουσιάσει τον τορπιλισμό της «Έλλης» ως βρετανική ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι η Αγγλία επιδίωκε να προκαλέσει αναταραχή στα Βαλκάνια και να οξύνει τις ελληνοϊταλικές σχέσεις.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν διαφορετική και λίγους μήνες αργότερα η ανοιχτή ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας θα επιβεβαίωνε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την πολιτική που ακολουθούσε το καθεστώς του Μουσσολίνι.