Τη δημιουργία εντυπώσεων με χρονοκαθυστέρηση αλλά και την περαιτέρω επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων επιδιώκει η Μόσχα.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να ερμηνευθεί η ανάρτηση στην οποία προέβη προ ολίγου η Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα.

Το πρωί της Πέμπτης, η ρωσική Πρεσβεία δημοσίευσε στον λογαριασμό της στο Facebook αποσπάσματα που αφορούν την Ελλάδα από την παραδοσιακή ετήσια συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σχετικά με το διπλωματικό αποτύπωμα της χώρας του κατά το προηγούμενο έτος, υπό τη μορφή απολογισμού.

Η συνέντευξη Τύπου πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2026 και, όπως ήταν αναμενόμενο, περιλάμβανε ερώτημα για τις σχέσεις με τη χώρα μας. Το προβοκατόρικο και καταφανώς στημένο ερώτημα ανέφερε ότι «ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε δηλώσει: "Βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία". Αληθεύει όντως αυτό;».

Η ρωσική «μονταζιέρα» έσπευσε να επαναφέρει μια διατύπωση του πρωθυπουργού στο Bloomberg τον Σεπτέμβριο του 2022, καθώς και μια αναφορά του έναν χρόνο αργότερα περί «άτυπου πολέμου», προκειμένου να δικαιολογηθεί τόσο η απάντηση του κ. Λαβρόφ όσο και η πραγματική στάση της Ρωσίας έναντι της Ελλάδας, η οποία αποκαλύφθηκε με καθαρότητα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη ξεκάθαρη στάση της Αθήνας υπέρ του Κιέβου.

Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Λαβρόφ υποστήριξε ότι, μετά τη ρωσική εισβολή (σ.σ. την οποία αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση»), η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Ρωσία. «Έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην προσέγγιση της επίσημης Αθήνας προς τη χώρα μας», προσέθεσε.

Το μεγάλο αγκάθι για τη Μόσχα είναι η εξοπλιστική συνδρομή της Αθήνας προς το Κίεβο. «Η Αθήνα ήταν από τους πρώτους που έστειλαν όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία, τα οποία οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν καθημερινά εναντίον αμάχων», ισχυρίστηκε ο κ. Λαβρόφ.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ελληνική ομογένεια που διαβιεί επί αιώνες στις περιοχές που έχουν μετατραπεί σε πεδίο πολέμου, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της την παρουσία της και ενίσχυσε με όπλα την Ουκρανία. Ουσιαστικά, κατηγόρησε τη χώρα μας για τον θάνατο Ελλήνων ομογενών, οι οποίοι δολοφονήθηκαν από βομβαρδισμούς και ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ενδεικτικές είναι οι ανακοινώσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών στα τέλη Φεβρουαρίου 2022 για τον θάνατο ομογενών στο χωριό Σαρτανά της Ανατολικής Ουκρανίας από ρωσικούς βομβαρδισμούς. Ενώ, κατόπιν εντολών του τότε υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, ο Ρώσος πρέσβης Αντρέι Μάσλοβ είχε κληθεί στο ΥΠΕΞ, όπου του είχε επιδοθεί αυστηρό διάβημα διαμαρτυρίας.

«Μια ακόμη επιβεβαίωση των προαναφερομένων αποτέλεσαν οι λεγόμενες συμφωνίες με το ναζιστικό καθεστώς του Κιέβου στις 17 Νοεμβρίου 2025, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και χρήσης θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων», συμπλήρωσε, αναφερόμενος στη συμφωνία Μητσοτάκη – Ζελένσκι κατά την τελευταία επίσκεψη του δεύτερου στη χώρα μας, μια ενέργεια που, όπως υποστήριξε, «έτυχε της δέουσας αξιολόγησης από την πλευρά μας».

Επιπλέον, κατηγόρησε την Ελλάδα για την ένταξή της στο PURL, τη νατοϊκή πρωτοβουλία που αφορά τον συντονισμό και την παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού και πυρομαχικών στην Ουκρανία, ενώ εξέφρασε έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο παραχώρησης του συστήματος αεράμυνας S-300 στην Ουκρανία -κάτι που η Αθήνα έχει επανειλημμένως διαψεύσει.

Προς το παρόν, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν έχει τοποθετηθεί επί του θέματος, επισήμως ή μέσω διπλωματικών πηγών, όπως συνηθίζει.

Αναλυτικά, η απάντηση του κ. Λαβρόφ:

«Με την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών. Διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα της ρωσο-ελληνικής συνεργασίας, από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην προσέγγιση της επίσημης Αθήνας προς τη χώρα μας. Συνεχίζουμε να ακούμε τις επιθετικές αντιρωσικές δηλώσεις και αβάσιμες ρωσοφοβικές κατηγορίες εναντίον μας. Η Ρωσία δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι παρόμοιο εις βάρος της Ελλάδας.

Η Αθήνα ήταν από τους πρώτους που έστειλαν τα όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία, τα οποία οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν καθημερινά εναντίον των αμάχων στο Ντονμπάς, στις περιοχές Ζαπορόζιε και Χερσώνα, στην Κριμαία και σε άλλες νότιες περιοχές της χώρας μας. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι εκεί εδώ και αιώνες κατοικεί μια πολυάριθμη ελληνική διασπορά. Είναι τεράστια, φιλειρηνική, αγαπάει την ιστορική της πατρίδα, πάντα με κάθε δυνατό τρόπο ενίσχυε τους δεσμούς και τις επαφές και ποτέ δεν συνέβαλε σε αρνητικές εξελίξεις ή τάσεις.

Όμως η Αθήνα δεν τους σκέφτηκε. Δεν έλαβε υπόψη ότι εκεί ζουν τα αδέρφια τους που διατηρούν σχέσεις με την Ελλάδα, έχουν συγγενείς εκεί, και ότι οι ενέργειες της Αθήνας τους προκαλούν έναν κολοσσιαίο αριθμό όχι μόνο προβλημάτων, αλλά και άμεσων απειλών για τη ζωή και την υγεία τους.

Μια ακόμα επιβεβαίωση των προαναφερομένων αποτέλεσαν οι λεγόμενες συμφωνίες με το ναζιστικό καθεστώς του Κιέβου στις 17 Νοεμβρίου του 2025, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και χρήσης θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων. Αυτό το βήμα, όπως και κάθε άλλη αντιρωσική ενέργεια της "συλλογικής Δύσης" που στοχεύει στην "νίκη επί της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης" (στην πραγματικότητα, στη διεξαγωγή του πολέμου μέχρι του τελευταίου Ουκρανού), έτυχε της δέουσας αξιολόγησης από την πλευρά μας.

Επιπλέον, η Αθήνα προσχώρησε στην πρωτοβουλία PURL για την αγορά από τις ευρωπαϊκές χώρες των αμερικανικών όπλων για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, κάτι που προηγουμένως η Ελλάδα δίσταζε να κάνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι "ανώτεροι σύντροφοί" τους επισήμαναν επίμονα αυτή την "παράλειψη" και τελικά πέτυχαν τον στόχο τους. Όλοι γνωρίζουν ότι το Κίεβο, αδιαφορώντας για τις αμυντικές δυνατότητες της ίδιας της Ελλάδας, πιέζει μεθοδικά την ελληνική ηγεσία να μεταφέρει στις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας τα συστήματα αεράμυνας υψηλής αποτελεσματικότητας ρωσικής και σοβιετικής κατασκευής, τα οποία βρίσκονται επί του παρόντος σε υπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας. Όλα τα ανωτέρω δείχνουν ξεκάθαρα τον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό που βασιλεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό κοινό, για να το θέσουμε ήπια, δεν συμμερίζεται αυτή την προσέγγιση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενεργήθηκε για λογαριασμό της εφημερίδας "Καθημερινή" τον Ιούλιο του 2025, το 72% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Αθήνα θα έπρεπε να κρατήσει ουδέτερη στάση στην ουκρανική σύγκρουση».