Στις πολιτικές επιπτώσεις του Brexit αποδίδουν τα πιο έγκυρα συστημικά μέσα της Δύσης το διαφαινόμενο διπλωματικό διαζύγιο μεταξύ Βρετανίας και Ισραήλ.
Η γεωπολιτική είναι πολύ σκληρό παιχνίδι. Το δείχνει με όσο πιο σαφή τρόπο μπορεί όταν παύει να κρύβει και να κρύβεται από την ωμή πραγματικότητα κάτω από επιτηδευμένες ευγένειες και ισορροπημένες διπλωματικές δηλώσεις και μετατρέπεται σε «πολεμικό» ανακοινωθέν. Οταν ο Γιόσι Κοέν, πρώην αρχηγός της Mossad και ένας από τους πιο ιΛΟσχυρούς ανθρώπους των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, επιλέγει να βγει σε podcast του ynetnews.com και να στείλει ανοιχτό τελεσίγραφο στη βρετανική κυβέρνηση, καταλαβαίνει κανείς ότι το γυαλί στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Ισραήλ δεν έχει απλώς ραγίσει, έχει γίνει κομμάτια.
«Σώσαμε αμέτρητες ζωές σε βρετανικό έδαφος. Το Λονδίνο οφείλει να είναι υπερ-υποστηρικτικό μαζί μας, όπως υπήρξαμε εμείς όταν υπέφερε από την τρομοκρατία», είπε ο Κοέν, θυμίζοντας μάλιστα ότι ο πρώην διοικητής του MI5 του είχε πει πως «σου αξίζει Οσκαρ για τις αμέτρητες τρομοκρατικές επιθέσεις που απέτρεψες εντός της Βρετανίας». Για να προσθέσει με ωμή ειλικρίνεια: «Δεν είναι πια ασφαλές για έναν Εβραίο να περπατά στους δρόμους του Λονδίνου ή του Μάντσεστερ». Το Ynetnews είναι η αγγλόφωνη ειδησεογραφική ιστοσελίδα του Ynet (Yediot Ahronoth), ενός από τους μεγαλύτερους και πιο δημοφιλείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς στο Ισραήλ.
Ο Κοέν, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Μοσάντ από το 2016 έως το 2021, επέκρινε τις προσπάθειες της βρετανικής κυβέρνησης να αποστασιοποιηθεί από το Ισραήλ. Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Αντι Μπέρναμ ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τις ενέργειες του Εργατικού Κόμματος στα τέλη του 2023, λέγοντας: «Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως στην αρχή της στρατιωτικής δράσης του Ισραήλ στη Γάζα το κόμμα μου δεν λειτούργησε σωστά και λυπάμαι γι’ αυτό. Η αντίδραση πολύ συχνά δεν ήταν αρκετά καλή. Πρέπει να τα πάμε καλύτερα».
Ο ξένος Τύπος, και μάλιστα τα πιο έγκυρα συστημικά μέσα της Δύσης, περιγράφουν εδώ και μήνες ένα πρωτοφανές διπλωματικό διαζύγιο μεταξύ Βρετανίας και Ισραήλ το οποίο αποδίδουν στο θολό πολιτικό σκηνικό εντός της πρώτης που συνεχίζει να ζει (και να πληρώνει) τις συνέπειες του Brexit.
Σταδιακή απομάκρυνση
Η στροφή της βρετανικής πολιτικής ήδη από την κυβέρνηση του προηγούμενου πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ δεν είναι μια απλή ρητορική διαφοροποίηση. Είναι μια θεσμική αποστασιοποίηση που έχει προκαλέσει νευρική κρίση στο Τελ Αβίβ. Ας δούμε μερικά σημεία-σταθμοί στο διαζύγιο Βρετανίας-Ισραήλ.
Η μερική απαγόρευση εξαγωγής όπλων: όπως αποκάλυψε ο «Guardian», το Λονδίνο προχώρησε στην αναστολή περίπου 30 αδειών εξαγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Ισραήλ. Εξαρτήματα για μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα και drones μπήκαν στο «ψυγείο», με το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών να διαπιστώνει ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος ο εξοπλισμός αυτός να χρησιμοποιηθεί σε παραβιάσεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στη Γάζα. Η αντίδραση του Μπενιαμίν Νετανιάχου ήταν οργισμένη, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «ντροπιαστική».
Η αλλαγή πλεύσης στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC): το BBC υπογράμμισε μια κομβική νομική κίνηση της Βρετανίας. Η κυβέρνηση Στάρμερ απέσυρε τις ενστάσεις που είχε υποβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση των Συντηρητικών σχετικά με τη δικαιοδοσία του ICC να εκδώσει εντάλματα σύλληψης για Ισραηλινούς αξιωματούχους. Ουσιαστικά, το Λονδίνο άνοιξε τον δρόμο για τη δικαστική δίωξη της ισραηλινής ηγεσίας, προκαλώντας την κατηγορία περί «υποκρισίας» από το Ισραήλ.
Το φάσμα των κυρώσεων: οι «Financial Times» και ο «Economist» ανέλυσαν με πολλές λεπτομέρειες το πώς το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει πλέον ανοιχτά την επιβολή κυρώσεων ακόμη και σε μέλη του ισραηλινού υπουργικού συμβουλίου –όπως οι ακροδεξιοί υπουργοί Smotrich και Ben-Gvir– αλλά και σε βίαιους εποίκους στη Δυτική Οχθη.
Εντονο παρασκήνιο
Οπως παρατηρεί ο «Economist», το παράδοξο αυτής της κρίσης έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών (MI5/MI6 και Mossad) παραμένει επιχειρησιακά ενεργή στο παρασκήνιο, στο πολιτικό προσκήνιο οι σχέσεις βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.
Στο μεταξύ, υπάρχουν σφοδρές πιέσεις στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος από την αριστερή του πτέρυγα και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των μεγάλων βρετανικών αστικών κέντρων, οι οποίοι ζητούν πλήρη αποκοπή από την κυβέρνηση Νετανιάχου. Παράλληλα, το βρετανικό κατεστημένο συνειδητοποιεί ότι η συνεχιζόμενη κάλυψη των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων απειλεί να εκθέσει το Λονδίνο σε νομικές συνέπειες για συνέργεια σε εγκλήματα πολέμου.
Το αποτέλεσμα; Μια ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα μεταξύ δύο παραδοσιακών και καλών συμμάχων, ήδη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν διαμορφώνονταν οι βασικές γεωπολιτικές δομές του σύγχρονου κόσμου. Το Ισραήλ αισθάνεται ότι η Βρετανία τού «γυρνά την πλάτη» την πιο κρίσιμη στιγμή, ξεχνώντας τις υπηρεσίες που της προσέφερε στο μέτωπο της αντιτρομοκρατίας. Και η Βρετανία, από την πλευρά της, επιχειρεί να διασώσει ό,τι απομένει από το διεθνές κύρος της, χαράσσοντας μια κόκκινη γραμμή απέναντι σε μια ισραηλινή κυβέρνηση που αρνείται κάθε συζήτηση για τη λύση των δύο κρατών.
Το αν αυτή η ρήξη είναι προσωρινή ή αν σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της «ειδικής σχέσης» Λονδίνου-Τελ Αβίβ, θα φανεί σύντομα. Το σίγουρο είναι ότι ο σκεπτικισμός που αναπτύσσεται από πολιτικούς κύκλους του Λονδίνου που δεν βλέπουν με συμπάθεια τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και πιέζουν την κυβέρνηση να σταματήσει να παρέχει «τυφλή» κάλυψη στις ενέργειές του, ολοένα και αυξάνεται. Ουδείς γνωρίζει πού θα καταλήξει.