Δέκα χρόνια μετά το Brexit, η Βρετανία αντιμετωπίζει οικονομική επιβράδυνση, εμπορικά εμπόδια στις εξαγωγές, αυξημένη μετανάστευση και συνεχιζόμενη πολιτική αβεβαιότητα.
Η αποχώρηση του Ημωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε σημείο καμπής για την οικονομική και πολιτική πορεία της χώρας, καθώς μια δεκαετία μετά το δημοψήφισμα καταγράφονται μόνιμες μεταβολές στο εμπόριο, στην επενδυτική δραστηριότητα και στη μεταναστευτική πολιτική, οι οποίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τις αναπτυξιακές προοπτικές και τη θέση της Βρετανίας στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Όπως αναφέρει το iefimerida.gr, η απόφαση εκείνη, η οποία παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές της ως μια ευκαιρία ανάκτησης εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανεξαρτησίας, συνεχίζει να επηρεάζει βαθιά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η βρετανική οικονομία προσπαθεί ακόμη να προσαρμοστεί στις συνέπειες
Μια δεκαετία αργότερα, η συζήτηση για το Brexit όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά εξακολουθεί να καθορίζει τις σχέσεις του Λονδίνου με τις Βρυξέλλες, ενώ η βρετανική οικονομία προσπαθεί ακόμη να προσαρμοστεί στις συνέπειες της εξόδου από τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά του κόσμου.
Αν και τα πιο ακραία σενάρια που είχαν προβλεφθεί πριν από το δημοψήφισμα -όπως μια άμεση ύφεση ή κατάρρευση της αγοράς ακινήτων- δεν επαληθεύθηκαν, η πλειονότητα των οικονομολόγων συμφωνεί ότι το Brexit έχει επιβαρύνει σημαντικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Η βρετανική οικονομία έχασε δυναμική
Οι εκτιμήσεις για το ακριβές οικονομικό κόστος διαφέρουν, ωστόσο συγκλίνουν στο ότι η βρετανική οικονομία είναι σήμερα μικρότερη από ό,τι θα ήταν αν η χώρα είχε παραμείνει στην ΕΕ.
Αναλύσεις διεθνών οργανισμών και οικονομικών ινστιτούτων υπολογίζουν ότι η απώλεια παραγωγής κυμαίνεται μεταξύ 2% και 8% του ΑΕΠ. Η μεγάλη απόκλιση οφείλεται στο γεγονός ότι μεσολάβησαν η πανδημία, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και άλλοι διεθνείς παράγοντες που δυσκολεύουν την απομόνωση της επίδρασης του Brexit.
Παρ' όλα αυτά, η γενική εικόνα είναι σαφής: οι επενδύσεις των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκαν, η παραγωγικότητα δέχθηκε πλήγμα και το βιοτικό επίπεδο πολλών νοικοκυριών βρέθηκε υπό πίεση.
Ο πρώην αξιωματούχος της Τράπεζας της Αγγλίας και σύμβουλος της Oxford Economics, Μάικλ Σόντερς, χαρακτηρίζει το Brexit «διαρκές βαρίδι» για τη βρετανική οικονομία, επισημαίνοντας ότι περιορίζει τα κρατικά έσοδα και αυξάνει την ανάγκη για υψηλότερους φόρους ή περικοπές δαπανών.
Ακόμη και οικονομολόγοι που είχαν στηρίξει το Brexit αναγνωρίζουν ότι τα πρώτα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, αν και εκτιμούν ότι μέρος του κόστους θα αμβλυνθεί με την πάροδο του χρόνου.
Οι υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας υπέρ του Brexit, οι ψηφοφόροι άκουσαν υποσχέσεις για μεγαλύτερη οικονομική ευημερία, καλύτερα χρηματοδοτημένες δημόσιες υπηρεσίες, λιγότερη γραφειοκρατία και αυστηρότερο έλεγχο της μετανάστευσης.
Δέκα χρόνια μετά, οι περισσότεροι από αυτούς τους στόχους παραμένουν αμφισβητούμενοι.
Οι νέες εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε το Λονδίνο με χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ινδία και η Ιαπωνία θεωρούνται σημαντικές σε πολιτικό επίπεδο, ωστόσο δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον όγκο των συναλλαγών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Βρετανίας.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξέλιξη στο μεταναστευτικό. Η μείωση της μετανάστευσης αποτέλεσε βασικό σύνθημα των υποστηρικτών του Brexit, όμως τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Από το 2021 και μετά, όταν τέθηκε σε ισχύ το νέο μεταναστευτικό σύστημα, η καθαρή μετανάστευση ανήλθε κατά μέσο όρο σε περίπου 550.000 άτομα ετησίως, υπερδιπλάσια σε σχέση με τη δεκαετία πριν από το Brexit. Το 2023 μάλιστα καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ, με σχεδόν 950.000 καθαρές αφίξεις.
Η αλλαγή βρίσκεται κυρίως στη σύνθεση των μεταναστευτικών ροών: λιγότεροι Ευρωπαίοι πολίτες και περισσότεροι μετανάστες από χώρες εκτός ΕΕ.
Οι επιχειρήσεις αντιμέτωπες με νέα εμπόδια
Για τις βρετανικές επιχειρήσεις, το πραγματικό σοκ δεν ήρθε το 2016, αλλά μετά την οριστική αποχώρηση της χώρας από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση το 2021.
Οι νέοι τελωνειακοί έλεγχοι, οι υγειονομικές διαδικασίες, τα πιστοποιητικά και η αυξημένη γραφειοκρατία δημιούργησαν ένα εντελώς διαφορετικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Πριν από το Brexit, μια βρετανική εταιρεία μπορούσε να εξάγει προϊόντα στη Γαλλία ή στη Γερμανία με σχεδόν την ίδια ευκολία που τα διέθετε εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Σήμερα απαιτούνται πολλαπλοί έλεγχοι και συμπλήρωση εγγράφων, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τον χρόνο μεταφοράς.
Οι μεγάλες πολυεθνικές κατάφεραν να προσαρμοστούν. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις όμως, το κόστος υπήρξε συχνά απαγορευτικό. Χιλιάδες μικρές εταιρείες περιόρισαν ή σταμάτησαν εντελώς τις εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι εξαγωγές αγαθών της Βρετανίας παρουσιάζουν σαφώς ασθενέστερη πορεία σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες από το 2016 και μετά, κάτι που πολλοί αναλυτές συνδέουν άμεσα με το Brexit.
Το Σίτι του Λονδίνου άντεξε καλύτερα από τις προβλέψεις
Παρά τις δυσκολίες στο εμπόριο αγαθών, η εικόνα είναι διαφορετική στον τομέα των υπηρεσιών. Η Βρετανία παραμένει η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη υπηρεσιών παγκοσμίως μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ εξακολουθεί να κατέχει κορυφαία θέση στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι φόβοι ότι το Σίτι του Λονδίνου θα έχανε τη θέση του ως κορυφαίο χρηματοπιστωτικό κέντρο της Ευρώπης δεν επιβεβαιώθηκαν. Αντίθετα, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικές ξένες επενδύσεις στον χρηματοοικονομικό κλάδο, ξεπερνώντας σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και το άθροισμα Γαλλίας και Γερμανίας.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει κρίσιμος για τη βρετανική οικονομία, καθώς συνεισφέρει περίπου το 11% του ΑΕΠ και απασχολεί εκατομμύρια εργαζομένους.
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τις απώλειες στο εμπόριο αγαθών, η οικονομία δεν υπέστη την καταστροφή που προέβλεπαν ορισμένοι αναλυτές πριν από το δημοψήφισμα.
Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων με τις Βρυξέλλες
Η κυβέρνηση των Εργατικών έχει θέσει ως στόχο τη βελτίωση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς όμως να ανοίγει θέμα επιστροφής στην ενιαία αγορά ή πλήρους επανένταξης.
Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν γίνει βήματα προσέγγισης, ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας και της ενεργειακής συνεργασίας. Παράλληλα, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για τη διευκόλυνση του εμπορίου αγροτικών προϊόντων και για ένα κοινό πρόγραμμα κινητικότητας νέων.
Ωστόσο, η πρόοδος χαρακτηρίζεται αργή και συχνά σκοντάφτει σε πολιτικές αντιστάσεις και από τις δύο πλευρές.
Η άνοδος λαϊκιστικών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων στη Βρετανία αλλά και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία περιορίζει τα περιθώρια για βαθύτερη ενοποίηση.
Η επιστροφή στην ΕΕ παραμένει μακρινό σενάριο
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σήμερα περισσότεροι Βρετανοί θεωρούν πως το Brexit ήταν λάθος παρά σωστή επιλογή. Παράλληλα, ένα αυξανόμενο ποσοστό δηλώνει ότι θα ψήφιζε υπέρ της επανένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, όταν οι πολίτες ενημερώνονται για τις πιθανές προϋποθέσεις μιας επιστροφής - όπως η συμβολή στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων ή ζητήματα που αφορούν τη στερλίνα - η υποστήριξη μειώνεται αισθητά.
Το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας συζήτησης παραμένει υψηλό. Επιπλέον, η ενίσχυση του Νάιτζελ Φάρατζ και του Reform UK στις δημοσκοπήσεις λειτουργεί αποτρεπτικά για όσους επιθυμούν μια πιο φιλόδοξη επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες.
Δέκα χρόνια μετά, το Brexit εξακολουθεί να καθορίζει το μέλλον της Βρετανίας
Η δέκατη επέτειος του δημοψηφίσματος για το Brexit βρίσκει τη Βρετανία σε μια ιδιότυπη κατάσταση: εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αναγκασμένη να αναζητεί διαρκώς τρόπους στενότερης συνεργασίας με αυτήν.
Η Βρετανία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό της κέντρο μέχρι τα πανεπιστήμια και την τεχνολογική της βάση. Ωστόσο, η απώλεια της απρόσκοπτης πρόσβασης σε μια αγορά σχεδόν 450 εκατομμυρίων καταναλωτών εξακολουθεί να επηρεάζει τις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Δέκα χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα, ένα συμπέρασμα φαίνεται να συγκεντρώνει ευρεία αποδοχή: το Brexit δεν έκλεισε το ευρωπαϊκό ζήτημα για τη Βρετανία. Αντίθετα, δημιούργησε ένα νέο κεφάλαιο, οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες του οποίου εξακολουθούν να διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας.