Οι τελευταίες εξελίξεις που έρχονται από το Λονδίνο, η διαρκής δηλαδή πολιτική αβεβαιότητα που ταλανίζει τη βρετανική πρωτεύουσα, αποδεικνύει με τον πλέον περίτρανο τρόπο το πόσο ευτυχής ήταν τελικά η επιλογή της χώρας μας, έστω και μετά το καταστροφικό και αδιέξοδο πρώτο εξάμηνο του 2015, να παραμείνει στον στενό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Ήταν 23 Ιουνίου του 2016 όταν οι Βρετανοί ψήφισαν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το BREXIT δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Είχε εμπνευστή και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντέιβιντ Κάμερον. Ο τότε Βρετανός Πρωθυπουργός εξελέγη στις εκλογές του 2015 με την εντολή να διαπραγματευτεί με τις Βρυξέλλες μια καλύτερη σχέση – εμπορική, οικονομική κλπ. – ανάμεσα στη χώρα του και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πέτυχε μια συμφωνία που τόσο η αντιπολίτευση όσο και το ίδιο το κόμμα του τη θεώρησαν αδύναμη και προχώρησε σε δημοψήφισμα, ως έναν πολιτικό ελιγμό για να ξεπεράσει τον σκόπελο. Θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ε.Ε., έλα όμως που οι πολίτες επέλεξαν διαφορετικά… Άραγε, μας θυμίζει τίποτα όλο αυτό;

Τα αποτελέσματα τα βιώνουν οι Βρετανοί μέχρι και σήμερα. Η δεκαετία 2016-2026 έμεινε στα βρετανικά χρονικά ως η πλέον ασταθής. Έξι διαφορετικοί πρωθυπουργοί, ένας δηλαδή κάθε ενάμιση με δύο χρόνια, πέρασαν από τη γνωστή σε όλους κατοικία της Ντάουνινγκ Στριτ. Οι μακροχρόνιες θητείες της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Τόνι Μπλερ μοιάζουν με μακρινό όνειρο.

Ταυτόχρονα, οι οικονομικές συνέπειες για τη Βρετανία ήταν δυστυχώς καταστροφικές. Εταιρείες έκλεισαν – και όσες παρέμειναν δεν είχαν πια πρόσβαση στην ενιαία αγορά – φοιτητές δεν μπορούσαν πια να μείνουν εκεί και διάλεξαν πανεπιστήμια άλλων χωρών, αφήνοντας κενά διαμερίσματα και μειώνοντας ραγδαία τον τζίρο στα καταστήματα εστίασης, ενώ ταυτόχρονα τα εμπόδια στο εμπόριο, με τους τελωνειακούς ελέγχους και τις αυξημένες τιμές λόγω των συναλλαγματικών διαφορών, γονάτισαν επιχειρήσεις και υπονόμευσαν οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Την ίδια στιγμή, το BREXIT αναζωπύρωσε ακόμα και εθνικά, θεμελιώδη ζητήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού η Βόρεια Ιρλανδία ποτέ δεν ήθελε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πλέον, υπάρχουν πολιτικοί που θεωρούν με κάθε τρόπο βάρος τη σχέση της Βόρειας Ιρλανδίας με το Λονδίνο.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την εμφάνιση ακραίων, εθνικιστικών, ακροδεξιών πολιτικών μορφωμάτων όπως του Φάρατζ, τότε καταλαβαίνει κανείς το εκρηκτικό μείγμα που έχει συσσωρευτεί στην άλλοτε κραταιά Μεγάλη Βρετανία.

Ακόμα δεν έχει βρεθεί κάποιος να παραδεχθεί ανοιχτά το μεγάλο λάθος του BREXIT. Όμως όλοι θεωρούν ότι αργά ή γρήγορα, το Λονδίνο θα επιστρέψει ως ικέτης στις Βρυξέλλες προκειμένου να ενταχθεί και πάλι στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.

Και αν όλα αυτά συνέβησαν σε μια χώρα τόσο δυνατή και τόσο ισχυρή όσο είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινε αν ο Αλέξης Τσίπρας – ο αρχηγός του κόμματος ΕΛ.Α.Σ. για να μην ξεχνιόμαστε – δεν είχε κάνει την περίφημη κωλοτούμπα εκείνο το δραματικό καλοκαίρι του 2015;

*Η Δήμητρα Καντεράκη είναι Οικονομολόγος, Πολιτεύτρια Νοτίου Τομέα Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.