Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων καταδίκασε τον Χρήστο Μαυρίκη σε κάθειρξη έξι ετών χωρίς αναστολή μέχρι την έφεση και σε χρηματική ποινή 20.000 ευρώ, κρίνοντάς τον ένοχο για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή.

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Μάιο του προηγούμενου έτους, όταν ο αρεοπαγίτης Παναγιώτης Λυμπερόπουλος κατήγγειλε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια επίσκεψή του στο γραφείο του, με αφορμή φάκελο υπόθεσης που εκκρεμούσε.

Σύμφωνα με την κατάθεση του δικαστικού λειτουργού, είχε ξεκαθαρίσει στον κατηγορούμενο ότι δεν παραλαμβάνει φακέλους και ότι η διαδικασία πρέπει να ακολουθείται μέσω της γραμματείας. Παρά ταύτα, ο Χρήστος Μαυρίκης εμφανίστηκε στο γραφείο του παρουσία συναδέλφων και του παρέδωσε φάκελο που περιείχε επιστολή. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, στο τέλος της επιστολής υπήρχε η διατύπωση ότι «υπάρχει τίμημα για τη μεσιτεία», κάτι που εκλήφθηκε ως σαφής υπαινιγμός οικονομικού ανταλλάγματος με στόχο την παρέμβαση σε εκκρεμή υπόθεση. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ακόμη και μόνο το αίτημα παρέμβασης προς δικαστικό λειτουργό είναι από μόνο του παράνομο και συνιστά προσπάθεια επηρεασμού της δικαστικής κρίσης.

Από την πλευρά του, ο Χρήστος Μαυρίκης αρνήθηκε εξαρχής την κατηγορία της δωροδοκίας. Στην απολογία του υποστήριξε ότι το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ που αναφερόταν στην επιστολή δεν αποτελούσε πρόταση χρηματισμού προς δικαστή, αλλά πιθανή μεσιτική αμοιβή που θα λάμβανε ο ίδιος. Τόνισε ότι δεν είχε ούτε την οικονομική δυνατότητα ούτε την πρόθεση να δωροδοκήσει οποιονδήποτε και ότι στόχος του ήταν απλώς να εξεταστεί η υπόθεση στην ουσία της και να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη. Όπως ανέφερε, η υπόθεση αφορούσε διαμάχη για έκταση και το ερώτημα αν αυτή ανήκει στο Δημόσιο, επισημαίνοντας ότι βρίσκεται σε επαναλαμβανόμενες προσπάθειες εκδίκασης.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι το ποσό δεν θα δινόταν, αλλά θα το εισέπραττε ο ίδιος ως αμοιβή, ενώ απευθυνόμενος στον μάρτυρα υποστήριξε ότι το μόνο που ζητούσε ήταν να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης. Ο αρεοπαγίτης απάντησε κατηγορηματικά ότι το αίτημα ήταν παράνομο, τονίζοντας ότι δεν υπήρχε λόγος να απευθυνθεί προσωπικά σε δικαστικό λειτουργό ούτε να γίνει αναφορά σε οικονομικά μεγέθη.

Στην απολογία του ο Χρήστος Μαυρίκης αναφέρθηκε και στο παρελθόν του, σημειώνοντας ότι τα προβλήματά του ξεκίνησαν το 1993 με την υπόθεση των υποκλοπών, μέσω της οποίας είχε γίνει γνωστός ως «αρχικοριός», υποστηρίζοντας ότι τότε είχε βρεθεί στο επίκεντρο έντονων πιέσεων.

Την ενοχή του κατηγορουμένου είχε προτείνει και ο εισαγγελέας της έδρας, Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου, ο οποίος επισήμανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις προστατεύεται το αχρημάτιστο της δικαστικής λειτουργίας και ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται να έχει υπάρξει τελικό αποτέλεσμα.

Το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση, κρίνοντας ότι η αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα σε συνδυασμό με το αίτημα παρέμβασης συνιστά το αδίκημα της δωροδοκίας, οδηγώντας έτσι στην καταδίκη του Χρήστου Μαυρίκη.