Το ΠΑΣΟΚ παριστάνει ότι θέλει ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, αλλά στην πράξη τη θέλει υποχείριό του.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που κυβέρνησε με μοναδική επιδίωξη τον απόλυτο έλεγχο των δομών του κράτους και του μυαλού των ανθρώπων, στρέφεται με τον πιο απαξιωτικό τρόπο κατά της Δικαιοσύνης.
Όπλα του υπήρξαν πάντοτε η προπαγάνδα, τα παχιά λόγια, η επίκληση του λαού, οι επιθέσεις και οι ύβρεις. Παριστάνει ότι θέλει ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, αλλά στην πράξη τη θέλει υποχείριό του.
Πανηγυρίζουν αν μια δικαστική απόφαση τους βολεύει και εξυβρίζουν τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης κάθε φορά που μια δικαστική απόφαση δεν τους βολεύει.
Δεν έχουν εμπιστοσύνη στον Άρειο Πάγο, έναν θεσμό με ιστορία σχεδόν 200 χρόνων, και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, έναν θεσμό με ιστορία σχεδόν 120 χρόνων, αλλά έχουν εμπιστοσύνη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έναν «θεσμό» πέντε χρόνων που δεν έχει καν αξιολογηθεί.
Επικροτούν την απόφαση ενός Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και καταγγέλλουν την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Αυτήν τη φορά, αφορμή ήταν η εκ μέρους του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα –ενός δικαστή που βρέθηκε σ’ αυτήν τη θέση με το σπαθί του και ψηφίστηκε από την πλειοψηφία των συναδέλφων του– αρχειοθέτηση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων.
Το κάνουν μόνο και μόνο για να προκαλέσουν σύγχυση στον κόσμο, να πηγαίνουμε από Εξεταστική σε Εξεταστική, προκαλώντας φθορά στο μοναδικό κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα – την ώρα που απέναντι υπάρχει η απόλυτη διάλυση.
Δεν τα βρίσκουν για κυβέρνηση, αλλά τα βρίσκουν για Εξεταστική
Είναι δε τέτοια η ιδιοτέλειά τους, που ενώ δεν τα βρίσκουν όσον αφορά ενδεχόμενες κυβερνητικές συνεργασίες, τώρα ενώνονται, συναθροίζουν τις σκόρπιες ψήφους τους – όπως επί Σαμαρά-Βενιζέλου άλλοι συνάθροιζαν τις ψήφους τους με αυτές της Χρυσής Αυγής ζητώντας δημοψήφισμα για τη λεγόμενη «μικρή ΔΕΗ».
Έτσι, αδιαφόρησαν για το πόρισμα του Αρείου Πάγου (30/7/2024, 286 σελίδες μετά από έρευνα εννέα μηνών) που απέδωσε ποινικές ευθύνες για τις παρακολουθήσεις στις εταιρείες που λειτουργούσαν το παράνομο λογισμικό Predator και στους τέσσερις νόμιμους εκπροσώπους τους, οι οποίοι τελικά οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη και καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό. Ούτε στην ΕΥΠ ούτε σε κανέναν άλλον από τους «καταγγελλόμενους» αποδόθηκαν ευθύνες. Ούτε σε κάποιο «κοινό κέντρο», ούτε στο Μαξίμου, ούτε στον τότε ΓΓ του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη.
Τώρα εξεγείρονται επειδή ο Άρειος Πάγος έστειλε στο αρχείο και την απόπειρα ανάσυρσης της διάταξης του αντιεισαγγελέα Α.Π., κ. Ζήση, διότι δεν υπήρξαν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο.
Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά! Από τότε που θυμόμαστε τις Γενικές Συνελεύσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ πηγαίνουν για χαιρετισμό και καταλήγουν να επιτίθενται στους δικαστές. Λες και οι δικαστές δεν εφαρμόζουν τους νόμους που ψηφίζει η νομοθετική εξουσία, αλλά κάνουν του κεφαλιού τους!
Το βαρύ παρελθόν του ΠΑΣΟΚ
Το ιστορικό τους είναι βαρύ. Είτε βρίσκονται στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση. Το 2001 το ΠΑΣΟΚ είχε «σταυρώσει» τον εισαγγελέα κ. Γεράκη για το πόρισμά του για το Κτηματολόγιο. Κατήγγειλαν «ομφάλιο λώρο μεταξύ των γραφείων των εισαγγελέων και της Ρηγίλλης». Έλεγαν ότι «ο συγκεκριμένος εισαγγελικός λειτουργός και στο παρελθόν είχε αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες για λόγους εντυπωσιασμού».
Να θυμηθούμε τον μακαρίτη Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τις συνεχείς επιθέσεις του, με την ιδιότητα του υπουργού Δικαιοσύνης, στον τότε (1998) πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κ. Ματθία, όταν συγκάλεσε την Ολομέλεια του Α.Π. με θέμα τις δηλώσεις του υπουργού γύρω από εκκρεμείς υποθέσεις; «Είναι τελείως ανόητη άποψη», είχε αποφανθεί ο Γιαννόπουλος.
Δεν είχαν αποκαλέσει τα μέλη της Δικαιοσύνης «χούντα» επειδή προήγαγαν σε αρεοπαγίτη τον Σ. Σωκρατίδη; Δεν έλεγαν τους εισαγγελείς Ντογιάκο, Γεράκη και Ασπρογέρακα «ενεργούμενα της ΝΔ»; Δεν χαρακτήριζαν «έωλο και επιπόλαιο το έγγραφο Ασπρογέρακα»;
Δεν μιλούσαν (πάλι το 2001, δηλαδή επί των ημερών τους) για πολιτική σκοπιμότητα όταν παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα Εφετών, κ. Χρυσό, στο Δικαστικό Συμβούλιο η υπόθεση της ΔΕΚΑ (γνωστής για τα προεκλογικά κόλπα στο Χρηματιστήριο, οπότε και είχε αποκληθεί «Αγία ΔΕΚΑ»); Άλλος έλεγε ότι «η ΝΔ βρήκε πρόθυμους συμπαραστάτες δικαστικούς λειτουργούς που τροφοδοτούν με πράξεις και παραλείψεις τον μύλο της», άλλος ότι «το Ελεγκτικό Συνέδριο γίνεται ακούσιο άθυρμα σε κομματικές σκοπιμότητες».
Ανεπηρέαστες μόνο οι αποφάσεις που τους βολεύουν
Για τις υποθέσεις της ΔΕΚΑ, του Εθνικού Κτηματολογίου και των ελληνοποιήσεων, οι εισαγγελείς είχαν στείλει στη Βουλή τη δικογραφία για το σκέλος που αφορούσε τα πολιτικά πρόσωπα. Τότε, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έκανε παρέμβαση στη Δικαιοσύνη ζητώντας να κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες κατά των εισαγγελικών λειτουργών για δήθεν συνταγματικές παραβιάσεις.
Αλλά όταν, τον Ιούνιο του 2003, η Ολομέλεια Εφετών αποφάσισε να μην ανατεθεί σε εφέτη ανακριτή η υπόθεση του Χρηματιστηρίου, ο μακαρίτης Φίλιππος Πετσάλνικος είχε δηλώσει: «Σήμερα η Δικαιοσύνη μίλησε και έλαβε την απόφασή της ανεπηρέαστα»! Για γέλια και για κλάματα!
Μύδροι κατά δικαστών
Να θυμηθούμε τι έλεγαν όταν το 2005 επελέγη ο Ρωμύλος Κεδίκογλου στη θέση του προέδρου του Αρείου Πάγου; Αναρωτιόνταν «ποιος μπορεί να τον εμπιστευθεί αφού στην περίοδο του ’89 υπηρέτησε με συνέπεια και εμπάθεια τις πολιτικές σκοπιμότητες της ΝΔ»!
Να θυμηθούμε τι άκουσε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γιώργος Σανιδάς, τον Ιούνιο του 2009, μια μέρα πριν από την αποχώρησή του από το Σώμα λόγω συμπλήρωσης ανωτάτου ορίου ηλικίας, όταν σε συζήτηση με δημοσιογράφους επέμεινε ότι ορθώς δεν έστειλε τις δικογραφίες για Βατοπαίδι και Ομόλογα στη Βουλή, αφού δεν υπήρξαν νέα στοιχεία που να δικαιολογήσουν κάτι τέτοιο και πως η θέση του αυτή δικαιώθηκε εκ των πραγμάτων;
Κι ας είχε πίσω του την αίγλη από την έρευνά του για την αποκάλυψη του παραδικαστικού κυκλώματος…
Τα έβαλαν και με τον Παπαληγούρα
Να θυμηθούμε τι άκουσε ο αείμνηστος Αναστάσης Παπαληγούρας που, ως υπουργός Δικαιοσύνης, καταγγέλθηκε για παρέμβαση στη Δικαιοσύνη, επειδή (1 Νοεμβρίου 2004) ζήτησε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Λινό να ασκήσει έφεση κατά του απαλλακτικού βουλεύματος για την υπόθεση του Χρηματιστηρίου, όταν οι Έλληνες έχασαν όλες τους τις οικονομίες;
Τότε, ο κ. Κολιοκώστας (αντεισαγγελέας Εφετών) είχε ασκήσει έφεση για μέρος του απαλλακτικού βουλεύματος, υποστηρίζοντας ότι τα έγγραφα δεν αξιολογήθηκαν σωστά από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και ζητώντας να μελετηθεί η υπόθεση από το Συμβούλιο Εφετών. Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την αίτηση Κολιοκώστα και έστειλε την υπόθεση στο αρχείο σε χρόνο ρεκόρ (17 Νοεμβρίου).
Επίσης τότε, ο Μιχάλης Σταθόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης επί ΠΑΣΟΚ, είχε δηλώσει πως ήταν «συνταγματικά θεμιτή και επιτρεπτή» η κίνηση Παπαληγούρα, καθώς απλώς ζητούσε «να εξεταστεί πάλι».
Μήπως πρέπει να θυμηθούν εκεί στην Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων ότι ο εισαγγελέας Γεράκης ήταν αυτός που το 2001 έστειλε στη Βουλή την υπόθεση του Ταμείου Νομικών, επειδή από το 1998 το κράτος παρανόμως παρακρατούσε και δεν απέδιδε χρωστούμενα, οδηγώντας το Ταμείο σε οικονομική κατάρρευση; Βέβαια –να τα λέμε κι αυτά– η Βουλή δεν είχε τότε επιτρέψει άρση ασυλιών.
Συγκρούσεις στη Συνέλευση των Δικαστών
Στη Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τον Ιανουάριο του 2009, είχε προσέλθει και ο Γιώργος Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στην ομιλία του, είχε κάνει λόγο περί σκανδάλων, ατιμωρησίας και συγκάλυψης. Είχε καταγγείλει «κομματικές παρέες», «αγγέλους της κάθαρσης» και δικαστές «που συνωθούνται σε υπουργικά γραφεία», καθώς και για πιέσεις και παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης και για παραγραφή αδικημάτων. Προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του τότε προέδρου του Αρείου Πάγου, κ. Νικόπουλου.
Τα ίδια έκαναν κι όταν επέστρεψαν στην εξουσία εκείνη τη χρονιά. Τον Μάρτιο του 2010, ο κ. Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός πλέον, είχε ασκήσει κριτική στον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια δημόσιας συνεδρίασης του προπαγανδιστικού live Υπουργικού Συμβουλίου.
Είχε μιλήσει για «κυρίαρχη εντύπωση ατιμωρησίας» και κρούσματα «αυτοπροστασίας» του κλάδου της Δικαιοσύνης. Σημειώνοντας ότι ξένοι συνάδελφοί του τον ρωτούν «στην Ελλάδα Δικαιοσύνη δεν υπάρχει;».
Ακολούθησε η αντίδραση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τέντε, ο οποίος είπε: «Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Νομίζω ότι δεν ήταν αυτό το νόημα των λόγων σας, δεν υπάρχει ατιμωρησία στην Ελλάδα σήμερα. Κάνουμε φιλότιμες προσπάθειες και κάνουμε το καθήκον μας».
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη!
Η σύγκρουση συνεχίστηκε λόγω των δηλώσεων Καστανίδη κατά της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να απορρίψει το αίτημά του να τεθεί σε αργία ο ανακριτής της Siemens, κ. Ζαγοριανός. Η συνδικαλιστική ηγεσία των δικαστών, με πρόεδρο τον Χ. Αθανασίου, είχε απαντήσει με σκληρές εκφράσεις: «Οι δικαστικοί λειτουργοί της χώρας μας δεν μπορούν να υποχρεώσουν τον υπουργό Δικαιοσύνης σε αυτοσεβασμό ούτε να τον υποχρεώσουν να διεκδικεί τον σεβασμό της κοινωνίας. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Η Δικαιοσύνη δεν χειραγωγείται».
Τον Νοέμβριο του 2011, πάλι στη Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παναγιώτης Πικραμμένος, αισθάνθηκε την ανάγκη να βάλει με ψυχραιμία τα πράγματα στη θέση τους.
«Η Δικαιοσύνη καλείται να επιτελέσει έναν ρόλο που δεν της ανήκε», είχε πει. «Δεν νοούνται οι μετωπικές συγκρούσεις μεταξύ των τριών εξουσιών και ειδικά αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης».
Στην ίδια συνέλευση, ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αρεοπαγίτης κ. Αθανασίου, είχε προφητικά αναφερθεί στην ευκολία με την οποία η Βουλή προχωρά σε σύσταση Προανακριτικών και Εξεταστικών Επιτροπών γιατί, όπως είχε πει, «θα έλθει εποχή, αν δεν ήλθε, που οι υπουργοί δεν θα υπογράφουν συμβάσεις με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο».
Στο επίκεντρο η διάκριση των εξουσιών
Πάντα το 2011, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αποφάνθηκε ότι ορθώς ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γ. Καλαμίδας και Ι. Τέντες, αντίστοιχα, αρνήθηκαν να προσέλθουν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για να συζητήσουν τα προβλήματα διοίκησης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης και του σωφρονιστικού συστήματος.
Απαντούσαν στη δήλωση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης κ. Καστανίδη ότι «κάποιοι από τους ανώτατους δικαστικούς δεν έχουν κατανοήσει ότι κατά το σύνταγμα πρώτη εξουσία είναι η νομοθετική και υποχρεούνται να προσέρχονται, όταν τους καλεί».
Όπως ανέφεραν, «οι Νομικές Σχολές των εννόμων τάξεων όλων των προηγμένων χωρών διδάσκουν από αρχαιοτάτων χρόνων τη διάκριση και το ισότιμο των τριών λειτουργιών του κράτους (νομοθετικής, δικαστικής, εκτελεστικής). Αφού οι ανωτέρω συνταγματικές και υπερσυνταγματικές αρχές αμφισβητήθηκαν, ορθώς ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνήθηκαν να προσέλθουν στην ανωτέρω επιτροπή».
Φτάσαμε έτσι στον Ιούνιο του 2014, που το ΠΑΣΟΚ προκάλεσε ξανά την αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων, όταν χαρακτήρισε ως «νομικά απαράδεκτη» την ενέργεια των εισαγγελικών αρχών να διενεργήσουν προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση των υποβρυχίων και των ναυπηγείων Σκαραμαγκά.
Συμπέρασμα: Οι δικαστικές αποφάσεις είναι καλές μόνο όταν βολεύουν την προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ.