Το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» αναβιώνει ως επίσημο προεκλογικό μότο για το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ.

Η ιστορία της ελληνικής πολιτικής σκηνής μοιάζει συχνά με κακογραμμένο σενάριο που επαναλαμβάνεται ως φάρσα, όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται σε ένα γαϊτανάκι υποσχέσεων.

Τις τελευταίες εβδομάδες, έγκυροι παράγοντες της αγοράς και οικονομικοί αναλυτές παρακολουθούν με έκπληξη, αλλά και έκδηλη ανησυχία, μια ιδιότυπη πλειοδοσία παροχών που θυμίζει έντονα τις πιο σκοτεινές περιόδους της μεταπολιτευτικής ιστορίας μας.

Το ΠΑΣΟΚ, κουβαλώντας στα γονίδιά του την παράδοση των μεγάλων… χειρονομιών, και η ΕΛΑΣ, το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, που φαίνεται να ανασύρει από το συρτάρι τις παλιές καλές συνταγές της κρατικής γενναιοδωρίας, έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα μοιράσει τα περισσότερα.

Σε μια προσπάθεια να γοητευτεί το εκλογικό σώμα που, αν και ταλαιπωρημένο, παραμένει ευάλωτο στις Σειρήνες της εύκολης παροχολογίας, τα ευρώ γίνονται… μαρουλόφυλλα, κάνοντας τους επαΐοντες της οικονομίας να μιλούν για επικίνδυνη αναβίωση του περιβόητου «λεφτά υπάρχουν», μιας νοοτροπίας που πλήρωσε ακριβά η χώρα στο πρόσφατο παρελθόν.

Το πρόβλημα δεν είναι η δεδομένη και επιτακτική ανάγκη να στηριχθεί η κοινωνία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται και εξαγγέλλονται αυτά τα μέτρα. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή κοστολόγηση που να αντέχει σε κριτική, παρά μόνο η βιασύνη κάποιων να προλάβουν τις εξελίξεις και να εγγράψουν φθηνά εκλογικά οφέλη στο κομματικό ταμείο τους. Ωστόσο, όταν οι υποσχέσεις ξεπερνούν την πραγματική παραγωγική βάση της χώρας, το αποτέλεσμα είναι μαθηματικά προδιαγεγραμμένο.

Το πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της άτυπης μονομαχίας εντοπίζεται στον τομέα των μετακινήσεων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης άνοιξε τον χορό δεσμευόμενος για καθολικά δωρεάν πρόσβαση όλων των νέων έως 24 ετών στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, κάνοντας λόγο για μέτρο χαμηλού κόστους και υψηλού κοινωνικού αποτυπώματος.

Η απάντηση από την πλευρά της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα δεν άργησε να έρθει, πλειοδοτώντας με μια ακόμη πιο γενναιόδωρη υπόσχεση για πλήρως δωρεάν μετακινήσεις στα ΜΜΜ για όλες τις οικογένειες, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο αποτελεί αδιαπραγμάτευτο λαϊκό δικαίωμα.

Η αγορά, που δεν λειτουργεί με συναίσθημα αλλά με σκληρούς αριθμούς, στέλνει ήδη τα πρώτα προειδοποιητικά μηνύματα, καθώς οι σοβαροί επιχειρηματικοί παράγοντες βλέπουν κενό… αέρος που απειλεί τη δημοσιονομική σταθερότητα των συγκοινωνιακών φορέων.

Τιμωρητική φορολόγηση

Η δημιουργικότητα των στελεχών όμως δεν σταματά εκεί, καθώς το νέο κόμμα Τσίπρα φαίνεται να επενδύει στη ρητορική της τιμωρητικής φορολόγησης του πλούτου. Στελέχη της ΕΛΑΣ, όπως ο Χάρης Αθανασιάδης, βγήκαν στα τηλεοπτικά παράθυρα εξαγγέλλοντας σχέδιο για την άντληση 600 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως μέσω της φορολόγησης της «υπερπολυτελούς διαβίωσης».

Στην προσπάθειά τους να εκλαϊκεύσουν το μέτρο και να κερδίσουν τις εντυπώσεις, έφτασαν στο σημείο να στοχοποιήσουν ονομαστικά όσους διαθέτουν αυτοκίνητα άνω των 3.000 κυβικών ή όσους κάνουν διακοπές με ιδιωτικά σκάφη αναψυχής.

Το κρεσέντο της παροχολογίας ολοκληρώθηκε με δημόσιες παρεμβάσεις στελεχών του κόμματος, όπως της Μαριζέτας Αντωνοπούλου, η οποία πρότεινε επιπλέον επιβαρύνσεις για όσους διαμένουν σε υπερπολυτελή διαμερίσματα ή ξενοδοχεία, κατέχουν «κότερα που πηγαίνουν πολύ γρήγορα» και πισίνες, συνδέοντας τον ορισμό του υπερπλούτου με την ταχύτητα των σκαφών αναψυχής.

Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η ευκολία με την οποία διατυπώνονται αυτές οι θέσεις στον δημόσιο διάλογο, χωρίς να εξηγείται από πού θα προέλθουν οι πόροι ή ποιες θα είναι οι πραγματικές επιπτώσεις στην αγορά.

Οι συγκεκριμένοι πολιτικοί παράγοντες μοιάζουν με ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν λαγούς από το καπέλο τους, θεωρώντας ότι οι πολίτες έχουν κοντή μνήμη. Ομως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Κάθε ευρώ που υπόσχονται με τόση άνεση, αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας ή από ξένες επενδύσεις, είναι ένα ευρώ που θα κληθεί να πληρώσει ο φορολογούμενος στο διπλάσιο μετά τις εκλογές.

Οι έγκυροι αναλυτές προειδοποιούν ότι αυτή η τακτική δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ευημερίας, η οποία αποδιοργανώνει την αγορά και αποθαρρύνει τις σοβαρές επενδυτικές πρωτοβουλίες, καθώς κανείς δεν θέλει να ρισκάρει τα κεφάλαιά του σε ένα περιβάλλον που… κυβερνάται από την επόμενη εκλογική σκοπιμότητα.

Ακόμα δεν είδαμε τίποτα

Καθώς πλησιάζουμε προς τις κάλπες, η πλειοδοσία αυτή αναμένεται να κορυφωθεί, με το ΠΑΣΟΚ και την πλευρά Τσίπρα να ανεβάζουν συνεχώς τους τόνους και τα ποσά των υποσχέσεων, επιστρατεύοντας από προτάσεις για τετραήμερη εργασία μέχρι τη δημιουργία δημόσιων φορέων διαχείρισης κόκκινων δανείων.

Το στοίχημα πλέον περνά στα χέρια των ίδιων των πολιτών, οι οποίοι καλούνται να κρίνουν αν θα εμπιστευτούν ξανά όσους μοιράζουν λεφτά σαν μαρουλόφυλλα ή αν θα απαιτήσουν μια σοβαρή, κοστολογημένη και υπεύθυνη πρόταση για το μέλλον της χώρας.