Σε μια περίοδο που το πολιτικό σκηνικό απαιτεί σαφείς θέσεις και συγκροτημένη αντιπολιτευτική στρατηγική, το ΠΑΣΟΚ δείχνει να κινείται σε τροχιά πολιτικής νευρικότητας και επικοινωνιακών αντιδράσεων.
Η εικόνα που εκπέμπει η ηγεσία του κόμματος, με επίκεντρο τον πρόεδρο Νίκο Ανδρουλάκη, ενισχύει την εντύπωση ότι η Χαριλάου Τρικούπη αναζητά ακόμη τον βηματισμό της, καταφεύγοντας συχνά σε έναν επιθετικό λόγο που περισσότερο θυμίζει σκανδαλολογία παρά συγκροτημένη πολιτική αντιπαράθεση.
Το τελευταίο διάστημα, η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ μοιάζει να βασίζεται σε έναν διαρκή καταιγισμό καταγγελιών, υπαινιγμών και αποσπασματικών επιθέσεων κατά της κυβέρνησης. Όμως η τακτική αυτή, αντί να ενισχύει την πολιτική αξιοπιστία του κόμματος, καταλήγει συχνά να δημιουργεί το αντίθετο αποτέλεσμα: να εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός σχηματισμός που επενδύει περισσότερο στην ένταση και λιγότερο στην τεκμηριωμένη πολιτική πρόταση.
Παιχνίδια εντυπώσεων
Στο πλαίσιο αυτό, η επίθεση που επιχειρήθηκε με αιχμή διάφορες υποθέσεις και πρόσωπα –όπως και η στοχοποίηση του νέου υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Αθανάσιου Καββαδά– προκάλεσε ερωτήματα ακόμη και σε πολιτικούς παρατηρητές που παρακολουθούν με προσοχή τις κινήσεις της αντιπολίτευσης. Τα επιχειρήματα που επιστρατεύτηκαν κρίθηκαν από πολλούς ως αδύναμα ή υπερβολικά, δίνοντας την εντύπωση μιας αντιπολιτευτικής τοξικής τακτικής που περισσότερο επιδιώκει εντυπώσεις παρά ουσία.
Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε μετά την παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος σχολίασε με δηκτικό τρόπο την απουσία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από κρίσιμα ζητήματα, σημειώνοντας ότι«πέρα από τα βίντεο και τις selfies, δεν θα έβλαπτε και κάποια δημόσια τοποθέτηση».
Η αναφορά αυτή δεν ήταν τυχαία. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι στο ΠΑΣΟΚ συχνά επιλέγουν περισσότερο την εικόνα παρά την ουσία. Μια στρατηγική που, όπως λένε κυβερνητικά στελέχη, δυσκολεύεται να απαντήσει σε βασικά πολιτικά ερωτήματα και συχνά καταφεύγει σε μια γενικευμένη καταγγελτική ρητορική.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, πάντως, φρόντισε να προσθέσει ότι δεν αμφισβητεί τις προθέσεις του Ν. Ανδρουλάκη όταν βρίσκεται εκτός Ελλάδας, τονίζοντας πως είναι βέβαιος ότι προωθεί τις πάγιες εθνικές θέσεις της χώρας. Ωστόσο, η διευκρίνιση αυτή δεν άλλαξε το βασικό μήνυμα της παρέμβασης: ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ συχνά είναι απούσα από τον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.
Το πρόβλημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη δεν είναι μόνο η κριτική που δέχεται από την κυβέρνηση. Είναι κυρίως η εικόνα πολιτικής ασάφειας που αρχίζει να διαμορφώνεται γύρω από το πρόσωπό του. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να εμφανιστεί ως βασικός εκφραστής της αντιπολίτευσης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Από την άλλη, αποφεύγει συχνά να διατυπώσει σαφείς θέσεις για κρίσιμα ζητήματα, επιλέγοντας έναν πιο έμμεσο τρόπο πολιτικής παρέμβασης.
Αυτό δημιουργεί μια αντίφαση που δυσκολεύει το ΠΑΣΟΚ να αποκτήσει ξεκάθαρο στίγμα. Η επιθετική ρητορική δεν συνοδεύεται πάντα από συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής, ενώ οι καταγγελίες συχνά εμφανίζονται αποσπασματικές και χωρίς σαφή συνέχεια.
Στο παρασκήνιο, αρκετά στελέχη του χώρου αναγνωρίζουν ότι το κόμμα βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα σε έναν σκληρό αντιπολιτευτικό λόγο και στην εικόνα μιας υπεύθυνης κεντροαριστερής δύναμης αποδεικνύεται πιο δύσκολη απ’ όσο αρχικά υπολογιζόταν.
Η επιλογή της σκανδαλολογίας ως βασικού εργαλείου πολιτικής αντιπαράθεσης ενδέχεται να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική σε επίπεδο επικοινωνίας. Μακροπρόθεσμα, όμως, δημιουργεί τον κίνδυνο το κόμμα να παγιδευτεί σε έναν φαύλο κύκλο καταγγελιών χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα.
Ακόμα ψάχνονται
Η κριτική που διατυπώνεται από πολιτικούς αναλυτές είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δείχνει να αναζητά ακόμη τον ρόλο του στο νέο πολιτικό τοπίο. Δηλαδή, αν θα λειτουργήσει ως σοβαρή εναλλακτική δύναμη εξουσίας ή αν θα περιοριστεί σε έναν ρόλο έντονης αλλά ασύντακτης αντιπολίτευσης.
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη το στοίχημα είναι προσωπικό αλλά και πολιτικό. Αν επιλέξει να συνεχίσει στον δρόμο της έντασης και της σκανδαλολογίας, κινδυνεύει να ενισχύσει την εικόνα ενός κόμματος που αντιδρά περισσότερο απ’ όσο σχεδιάζει. Αν, αντίθετα, επιχειρήσει να διαμορφώσει μια πιο συγκροτημένη στρατηγική, θα χρειαστεί να δώσει σαφείς απαντήσεις για το πού θέλει να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ τα επόμενα χρόνια.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από το ΠΑΣΟΚ και τον πρόεδρό του δεν πρόκειται να κοπάσει σύντομα. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η Χαριλάου Τρικούπη θα επιλέξει να απαντήσει με μεγαλύτερη πολιτική σαφήνεια ή αν θα συνεχίσει να κινείται στον ίδιο κύκλο έντασης και αντιπαραθέσεων.