Εννέα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Εννέα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά η μνήμη του παραμένει ζωντανή και ανεξίτηλη.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για τη χώρα, την περίοδο 1990-1993, ανέλαβε τις τύχες της ύστερα από τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και έχοντας οριακή πλειοψηφία στη Βουλή εξαιτίας των τερτιπιών του εκλογικού νόμου, ωστόσο κατόρθωσε ν’ αφήσει το στίγμα του.Τούτο διότι ήταν ένας πραγματικά φιλελεύθερος πολιτικός, μακριά από την εποχή του. Απέναντι στον άκρατο λαϊκισμό της δεκαετίας του ’80 που είχε κυριεύσει το σύνολο του πολιτικού συστήματος λόγω του φαινομένου του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, επιχείρησε να κυβερνήσει με τη λογική και όχι με το συναίσθημα.

Επιχείρησε να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που ήταν σίγουρα μπροστά από την εποχή του, αλλά οι περισσότερες από αυτές συνάντησαν πολύ ισχυρές αντιστάσεις και λόγω της οριακής πλειοψηφίας στη Βουλή υποχρεώθηκε πολλές φορές να κάνει ένα βήμα πίσω. Όχι για το δικό του, προσωπικό καλό. Αλλά για το καλό της ίδιας της χώρας, όπως και οτιδήποτε άλλο έκανε εκείνη την περίοδο.

Είναι επίσης γνωστό ότι το φθινόπωρο του 1993 η ΝΔ έχασε την εξουσία και εν συνεχεία τις εκλογές, όχι διότι ο Μητσοτάκης ήταν εκείνος που με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του οδήγησε τα πράγματα σ’ αυτό το σημείο. Αλλά διότι το «αντάρτικο» του Αντώνη Σαμαρά με αφορμή την ονομασία των Σκοπίων οδήγησε τον τότε ΥΠΕΞ στη δημιουργία της Πολιτικής Ανοιξης που πλήγωσε τη ΝΔ με τους βουλευτές και τα στελέχη που τον ακολούθησαν.

Για ένα ζήτημα, μάλιστα, για το οποίο μακροπρόθεσμα και με αποκορύφωμα τη Συμφωνία των Πρεσπών με την υπογραφή Τσίπρα-Κοτζιά, ο Μητσοτάκης δικαιώθηκε και για τους τότε χειρισμούς του, αλλά και για όσα είχε πει δημοσίως.

Η διορατικότητα, άλλωστε, ήταν το χαρακτηριστικό του. Η προσπάθειά του να «μαζέψει» τον δημόσιο τομέα και να εφαρμόσει τότε ένα φιλελεύθερο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων θα μπορούσε, εάν είχε συνέχεια, να αποτρέψει το δημοσιονομικό εκτροχιασμό που ήρθε αργότερα.

Ήταν επίσης ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός στη μεταπολίτευση που με ενεργό τρόπο συνέβαλε στην ομαλοποίηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν κυριευθεί μετά την περίοδο της δικτατορίας από έναν έντονο αντιαμερικανισμό που ήταν διάχυτος στην ελληνική κοινωνία.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν αποσύρθηκε από το προσκήνιο μετά το 1993, αλλά συνέχισε να έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη ΝΔ και την κεντροδεξιά παράταξη. Όχι μόνο διότι είχε τον τίτλο του επίτιμου προέδρου της ΝΔ και του ενεργού βουλευτή ως το 2004 –όταν με την αποχώρησή του έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης– αλλά γιατί δεν δίσταζε όταν χρειαζόταν να πει την άποψή του και τη γνώμη του για όσα γίνονταν.

Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο συγκρούστηκε με τον αείμνηστο Μιλτιάδη Έβερτ και το 1997 στήριξε για την ηγεσία της ΝΔ τον Γιώργο Σουφλιά, εκτιμώντας ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Και όπως φάνηκε εκ των υστέρων, η ΝΔ πράγματι έχασε τη μάχη του Κέντρου από τον Κώστα Σημίτη, ο οποίος με τη σειρά του υποχρεώθηκε, χάριν ρεαλισμού, να στρέψει το ΠΑΣΟΚ δεξιότερα.

Θέση πήρε ανοιχτά και το 2015 υπέρ του «Ναι» στο δημοψήφισμα της «υπερήφανης διαπραγμάτευσης» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, επισημαίνοντας τους κινδύνους για την απομόνωση της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή οικογένεια. Ακόμη και τότε όμως, δεν χρησιμοποίησε ακραία γλώσσα.

Κάλεσε τον κόσμο να μη διχαστεί και να ψηφίσει με υπευθυνότητα και σύνεση, όπως ακριβώς είχε πορευτεί και ο ίδιος στην πολιτική ήδη από τη δεκαετία του ’60 και τα χρόνια της Ένωσης Κέντρου. Διότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν πάντοτε ένας πολιτικός που ήταν μπροστά από την εποχή του και αυτό ήταν το χαρακτηριστικό για το οποίο ξεχώριζε.