Η εντατικοποίηση των αμερικανορωσικών επαφών για την Ουκρανία επαναφέρει το ζήτημα της ευρωπαϊκής εκπροσώπησης σε ενδεχόμενες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα.

Η νέα διπλωματική κινητικότητα μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας προκαλεί προβληματισμό στις Βρυξέλλες, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν να διασφαλίσουν ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωση μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας, οι όροι της οποίας θα επηρεάσουν άμεσα την ασφάλεια της ηπείρου.

Η ένατη επίσκεψη του Αμερικανού ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ στη Ρωσία, με στόχο την επανεκκίνηση των συνομιλιών, έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για το ποιος Ευρωπαίος αξιωματούχος θα μπορούσε να αναλάβει την εκπροσώπηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να συνομιλήσει απευθείας με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Φον ντερ Λάιεν, Κόστα και Κάλας στο επίκεντρο των συζητήσεων

Μεταξύ των προσώπων που εξετάζονται για τον συγκεκριμένο ρόλο βρίσκονται η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας, Κάγια Κάλας.

Ωστόσο, σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, η επιλογή του συνομιλητή της Μόσχας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη θεσμική ιεραρχία, καθώς καθοριστική σημασία θα έχει η δυνατότητά του να εξασφαλίσει έναν ουσιαστικό δίαυλο επικοινωνίας με τη ρωσική ηγεσία.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εκτιμάται ότι ο Αντόνιο Κόστα θα μπορούσε να αποτελέσει καταλληλότερη επιλογή, δεδομένου ότι θεωρείται λιγότερο ταυτισμένος με τις θέσεις του Κιέβου σε σύγκριση με τη φον ντερ Λάιεν και την Κάλας.

Μάλιστα, κατά την τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, Ευρωπαίοι ηγέτες φέρονται να συζήτησαν μαζί του το ενδεχόμενο απευθείας επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να θεωρεί ότι έχουν ακόμη διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες για μια τέτοια πρωτοβουλία.

Ο ρόλος του Αλεξάντερ Στουμπ και η πρόταση Πετρ Πάβελ

Στις διπλωματικές διεργασίες επανέρχεται και το όνομα του προέδρου της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, ο οποίος διατηρεί σχέσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και προέρχεται από μια χώρα με μακρά εμπειρία στη διαχείριση των σχέσεων με τη Ρωσία.

Η πιθανή συμμετοχή του συνδέεται με την επιδίωξη εξεύρεσης ενός προσώπου που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στις ευρωπαϊκές θέσεις, την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Τσεχίας Πετρ Πάβελ έχει ταχθεί υπέρ του ορισμού ενός προσώπου ή μιας μικρής ομάδας Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι θα διαθέτουν κοινή διαπραγματευτική εντολή.

Ο Τσέχος πρόεδρος υποστήριξε ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν αναγνωρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως συνομιλητή, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, καθιστά αναγκαία μια περισσότερο ευέλικτη μορφή εκπροσώπησης.

Παράλληλα, Ευρωπαίοι διπλωμάτες προειδοποιούν ότι η επιλογή των διαπραγματευτών δεν θα πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, καθώς μια συμφωνία για την Ουκρανία θα επηρεάσει την ασφάλεια του συνόλου της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η συμμετοχή της ΕΕ στις συνομιλίες του Όσλο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι η Ένωση συμμετέχει ήδη στις διπλωματικές διεργασίες και δεν βρίσκεται εκτός των συζητήσεων για τον τερματισμό του πολέμου.

«Αυτό που έχει σημασία είναι ότι βρισκόμαστε στο τραπέζι, ότι μπορούμε να παρουσιάσουμε τη θέση μας», δήλωσε η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Πάουλα Πίνιο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ευρωπαϊκής παρουσίας στις σχετικές επαφές.

Στις προπαρασκευαστικές συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Όσλο συμμετείχε ο Μπιορν Ζάιμπερτ, επικεφαλής του γραφείου της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επιβεβαιώνοντας την παρουσία ευρωπαϊκού εκπροσώπου στις διαδικασίες διαβούλευσης.

Η προτιμώμενη προσέγγιση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προβλέπει τη σταδιακή εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, με αρχικές συζητήσεις σε τεχνικό και διπλωματικό επίπεδο και ενδεχόμενη συνάντηση κορυφής μόνον εφόσον διαπιστωθεί επαρκής πρόοδος.

Παρά την κινητικότητα, παραμένει αβέβαιο κατά πόσον η Ρωσία είναι διατεθειμένη να μεταβάλει ουσιαστικά τις απαιτήσεις της, προκειμένου να καταστεί εφικτή μια συμφωνία με την Ουκρανία.

Για τις Βρυξέλλες, το βασικό διακύβευμα αφορά πλέον τόσο την εξασφάλιση ευρωπαϊκής εκπροσώπησης όσο και τη δυνατότητα της ΕΕ να επηρεάσει τους όρους μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής διευθέτησης, ώστε οι αποφάσεις για το μέλλον της Ουκρανίας και την ευρωπαϊκή ασφάλεια να μη διαμορφωθούν αποκλειστικά μέσα από τις διαπραγματεύσεις της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα.