Με αφορμή την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού έτους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έστειλε ισχυρό μήνυμα υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και της ειρήνης.

Ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας υπογράμμισε ότι είναι αφελής η άποψη πως η φύση έχει απεριόριστη δυνατότητα ανάκαμψης και άσκησε κριτική στην αντίληψη πως η οικονομία μπορεί να λειτουργεί αποκομμένα από τις περιβαλλοντικές συνέπειες. «Το μέλλον της ζωής στον πλανήτη θα είναι οικολογικό και ειρηνικό – ή δεν θα υπάρξει», τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο Πατριάρχης υπενθύμισε ότι η 1η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί ως ημέρα προσευχής για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, όχι ως περιστασιακή αντίδραση στην κρίση, αλλά ως συνέχεια της εκκλησιαστικής ζωής, την οποία χαρακτήρισε «εφαρμοσμένη οικολογία».

Ανάγκη για «οικολογική μετάνοια»

Ο κ. Βαρθολομαίος επεσήμανε την αναγκαιότητα μίας «οικολογικής μετάνοιας», δηλαδή βαθιάς αλλαγής νοοτροπίας απέναντι στη φύση και στη δημιουργία. «Η απομάκρυνση από τον Θεό γεννά εκμετάλλευση της φύσης και του ανθρώπου», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η ζωή «εν Χριστώ» είναι πηγή ευαισθησίας και δράσης.

Σαφής καταδίκη των πολέμων

Στο μήνυμά του καταδίκασε το «πανδαιμόνιο των πολέμων», που σκεπάζει «την κραυγή των αθώων και τον στεναγμό της δημιουργίας». Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως διαβεβαίωσε, θα συνεχίσει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή συζήτηση για το περιβάλλον, μέσω διαθρησκειακού διαλόγου, συνεργασίας με θεσμούς και την κοινωνία των πολιτών.

Δράση σε τοπικό και διεθνές επίπεδο

Ο Πατριάρχης απηύθυνε κάλεσμα σε Μητροπόλεις, ενορίες και μοναστήρια, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση των νέων. Υπογράμμισε ότι η έμπρακτη εφαρμογή των οικολογικών συνεπειών της πίστης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ορθόδοξης ταυτότητας.

Κλείνοντας το μήνυμά του για την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού έτους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης απηύθυνε πρόσκληση για μία ζωή «οικοφιλική και φιλάδελφη», με προσευχή για την ειρήνη, αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος και καλλιέργεια ενός «πολιτισμού αλληλεγγύης».

Ακολουθεί ολόκληρο το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Εὐδοκοῦντος τοῦ πανδώρου Θεοῦ, εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς τό νέον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, δοξολογοῦντες τό ὑπερουράνιον ὄνομα Αὐτοῦ διά τήν ἀδιάσπαστον δαψιλῆ καρποφορίαν τῶν πρωτοβουλιῶν τῆς Ἁγίας Αὐτοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς τόν χῶρον τῆς προστασίας τῆς κτίσεως. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὄχι μόνον ἐπεσήμανεν ἐγκαίρως τήν σοβαρότητα τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων, ἀλλά ἔστρεψε τήν προσοχήν εἰς τά αἴτιά των, εἰς τάς ἐσωτερικάς, πνευματικάς καί ἠθικάς καταβολάς των, καί προέτεινε λύσεις ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ὀρθοδόξου ευχαριστιακοῦ καί ἀσκητικοῦ ἤθους.

Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς πίστις, θεία λατρεία καί ἐγκόσμιος μαρτυρία εἶναι ἡ οἰκοφιλική μορφή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ ἀνακήρυξις τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου εἰς Ἡμέραν προσευχῆς ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος δέν ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν, ἀλλά συνέπεια καί προέκτασις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἐφηρμοσμένης οἰκολογίας». Ἐξ ἀρχῆς διεκηρύξαμεν καί τό ἀδιαίρετον τοῦ σεβασμοῦ τῆς δημιουργίας καί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἀνεδείξαμεν τήν κοινήν ρίζαν καί τήν ἀλληλουχίαν περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων. Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τόν Θεόν γεννᾷ τήν κτητικήν καί ἐκμεταλλευτικήν στάσιν καί συμπεριφοράν ἔναντι τῆς κτίσεως καί τοῦ συνανθρώπου, ἐνῷ ἡ ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν ζωή εἶναι πηγή περιβαλλοντικῆς εὐαισθησίας καί φιλανθρώπου δράσεως. Συμφώνως πρός τόν Κυριακόν λόγον, «πᾶν δένδρον ἀγαθόν καρπούς καλούς ποιεῖ, τό δέ σαπρόν δένδρον καρπούς πονηρούς ποιεῖ. Οὐ δύναται δένδρον ἀγαθόν καρπούς πονηρούς ποιεῖν, οὐδέ δένδρον σαπρόν καρπούς καλούς ποιεῖν» (Ματθ. ζ’, 17 – 18).

Ὁ σεβασμός τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν, ὀξύνει τό αἰσθητήριόν μας διά τό ἀγα-θόν καί τό πρακτέον. Ἡ ἀδιαφορία διά τό Ὑπερβατικόν καί ὁ συνακόλουθος «ἀνθρωπομονισμός» ὁδηγοῦν εἰς ἐγκλωβισμόν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τά γεώδη, εἰς συρρίκνωσιν τῆς ἐλευθερίας του εἰς πραγματιστικάς ἐπιλογάς καί ἀποφάσεις, συνυφασμένας πάντοτε μέ ἐπιφανειακάς θεωρήσεις τῶν πραγμάτων καί μέ τήν ταύτισιν τοῦ ἀγαθοῦ μέ τό «περιστασιακῶς χρήσιμον». Ὁ ἐπίκαιρος λόγος περί «οἰκολογικῆς μετανοίας», πέραν τῆς κλήσεως εἰς μεταμέλειαν διά τήν ἐπιτελεσθεῖσαν οἰκολογικήν ζημίαν καί εἰς ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς ἔναντι τῆς δημιουργίας, ἀναφέρεται καί εἰς τήν ἀνάγκην ὑπερβάσεως τῆς σφαλερᾶς τοποθετήσεως, ἡ ὁποία στηρίζει τήν θεώρησιν τῆς καταστροφικῆς διά τό φυσικόν περιβάλλον «ἰδιονομίας τῆς οἰκονομίας» ὡς μονοδρόμου πρός τήν ἀνάπτυξιν, καί τροφοδοτεῖ τήν ἀφελῆ πίστιν εἰς τήν δυνατότητα τῆς φύσεως νά ἀναζωογονῆται ἀφ᾿ ἑαυτῆς εἰς τό διηνεκές, παρά τάς ἀνθρωπογενεῖς ἐπιβαρύνσεις της, ὡς ἡ ἐντεινομένη κλιματική ἀλλαγή καί αἱ καταστροφικαί πλανητικαί συνέπειαί της. Εἰς ὅλα αὐτά προστίθεται σήμερον τό πανδαιμόνιον τῶν πολεμικῶν ἰαχῶν, τῶν βομβαρδισμῶν, τῶν πυραύλων καί τῶν ἐκ-ρήξεων, τό ὁποῖον ἐπικαλύπτει τήν κραυγήν τῶν ἀθώων θυμάτων τῆς ἀνηλεοῦς βίας καί τούς στεναγμούς τῆς δημιουργίας. Τό μέλλον τῆς ζωῆς εἰς τόν πλανήτην μας ἤ θά εἶναι οἰκολογικόν καί εἰρηνικόν ἤ ἀνύπαρκτον.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὁμοῦ μετά τοῦ ἀγῶνος διά τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην καί τήν ἀλληλεγγύην, θά συνεχίσῃ νά πρωτοστατῇ εἰς τήν προστασίαν τῆς φύσεως, εἰς τήν ἀνάδειξιν τῆς οἰκολογικῆς θεματικῆς εἰς κεντρικόν ζήτημα τοῦ διαχριστιανικοῦ καί τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου, εἰς τήν προβολήν τῆς σημασίας τῶν χριστιανικῶν οἰκοφιλικῶν ἀρχῶν καί παραδόσεων ἐν τῷ πλαισίῳ διεθνῶν θεσμῶν, οἰκολογικῶν ὀργανώσεων, ἐπιστημονικῶν ἱδρυμάτων καί τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ σύμπραξις εἰς τόν τομέα τῆς οἰκολογίας ἐνισχύει τήν αἴσθησιν τῆς κοινῆς εὐθύνης διά τήν πορείαν πρός τό μέλλον καί δημιουργεῖ νέας εὐνοϊκάς προοπτικάς.

Ἐπανερχόμενοι εἰς ὅσα ἀνεφέρομεν εἰς παλαιότερον Μήνυμά μας, καλοῦμεν ἐκ νέου τάς ἀνά τήν οἰκουμένην Ἐπαρχίας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, τάς ἐνορίας καί τάς ἱεράς Μονάς, νά ἀναπτύξουν συντονισμένας δράσεις καί συγκεκριμένας παρεμ-βάσεις διά τήν κινητοποίησιν τῶν πιστῶν, μετ᾿ ἐμφάσεως εἰς τήν διαπαιδαγώγησιν τῆς νέας γενεᾶς. Ἡ ἐφαρμογή τῶν οἰκολογικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας ἐν τῇ πράξει ἀποτελεῖ καθοριστικήν διάστασιν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν ἰδιοπροσωπίας.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, εὐχόμενοι πρός πάντας ὑμᾶς αἴσιον καί πολύκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί θεαρέστοις τόν νέον ἐκκλησιαστικόν ἐνιαυτόν, καλοῦμεν τά ἀνά τήν ὑφήλιον τέκνα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας νά ζοῦν οἰκοφιλικῶς καί φιλαδέλφως, νά προσεύχωνται διά τήν κτίσιν καί τήν εἰρήνην, νά ἀγωνίζωνται διά τήν ἀκεραιότητα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί τήν ἀειφορίαν, καθώς καί διά τήν ἐμπέδωσιν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης, καί ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς, μεσιτείᾳ καί προστασίᾳ τῆς Παναγίας Θεοτόκου τῆς Παμμακαρίστου, τήν ζείδωρον χάριν καί τό μέγα ἔλεος τοῦ πανσθενοῦς Κτίστου τῶν ἁπάντων καί παντελεήμονος Θεοῦ τῆς ἀγάπης.

Εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ!

,βκε’ Σεπτεμβρίου α’

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν