Δεν ήταν μόνο οι κενές θέσεις στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου. Ήταν και αυτές στο τρισάγιο που έγινε στο Γ΄ Σώμα Στρατού για τους πεσόντες του 1940 όπου δεν παρέστησαν οι Νίκος Ανδρουλάκης και Σωκράτης Φάμελλος, οι οποίοι όμως πήγαν στη στρατιωτική παρέλαση για να κάνουν μετά δηλώσεις στις κάμερες.
Μόνο που οι κενές αυτές θέσεις επί της ουσίας αποτελούν φωτογραφία του κενού στην αντιπολίτευση και επιβεβαιώνουν πως πλέον δεν υπάρχει καν το ενάμισι κόμμα για το οποίο γίνονταν αναλύσεις μέχρι τα τέλη του 2024, αλλά μόνο ένα κόμμα που μπορεί να μιλά για σταθερότητα και ανάπτυξη.
ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, καθένα για τους δικούς του λόγους, βρίσκονται μακριά από την ίδια την κοινωνία έχοντας επιλέξει να συνταχθούν με όσους φωνάζουν και να ακολουθούν τη Ζωή Κωνσταντοπούλου στις ακραίες αντιπολιτευτικές –λέμε τώρα– δράσεις της.
Ουδείς γνωρίζει τους λόγους γι’ αυτές τις επιλογές. Ουδείς ενδεχομένως να ενδιαφέρεται και να τους μάθει. Η ουσία είναι το αποτέλεσμα – και το αποτέλεσμα είναι το κενό. Το κενό για το οποίο πολλοί έχουν μιλήσει και ίσως να είναι και αυτό που ωθεί κάποιους να επανεμφανιστούν στην κεντρική πολιτική σκηνή ως ανανήψαντες μεσσίες με νέα κόμματα αλλά με παλιά υλικά και ακόμη πιο παλιά… μυαλά.
Αλήθεια, ποιο είναι το μήνυμα που θέλουν να στείλουν με αυτές τις συμπεριφορές; Της… αντίστασης, του αντισυστημισμού; Της μη αποδοχής της κυβέρνησης που τη χαρακτηρίζουν απονομιμοποιημένη αυτοί που ακόμη και μαζί δεν μπορούν καν να φτάσουν τα ποσοστά που καταγράφει στις δημοσκοπήσεις;
Το πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύ. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης που δηλώνουν –λέμε τώρα– κόμματα εξουσίας εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν τους αντιπάλους τους όχι πολιτικά αλλά με μίσος. Αυτό βγαίνει προς τα έξω, αν δεν το καταλαβαίνουν τότε το πρόβλημά τους είναι μεγαλύτερο. Και δεν μιλάμε για τη μανία να βάλουν κάποιον φυλακή για να κερδίσουν τις εκλογές, όπως έλεγε παλαιότερα ο μισός ΣΥΡΙΖΑ –κατά κόσμον Παύλος Πολάκης–, αλλά για ένα αίσθημα φθόνου που διαχέεται στην ατμόσφαιρα και μετατρέπεται σε εχθρότητα.
Μια κατάσταση που ξεπερνά την πολιτική, αναδεικνύει όμως το κενό έργου και λόγου.


