Ο Αλέξης Τσίπρας, που ηττήθηκε επανειλημμένα από τον Κ. Μητσοτάκη, υποσχέθηκε στους... ανέστιους ψηφοφόρους της Αριστεράς ότι «στις επόμενες εκλογές η ΝΔ θα έχει αντίπαλο».

Δεν ήταν λίγοι οι πολιτικοί αναλυτές που σχολίασαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας, μετά την ομιλία του στη Λαμία, κινείται σε παράλληλο σύμπαν προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του στην πολιτική σκηνή.

Για κάποιους οπαδούς του οι δηλώσεις του απέκτησαν διαφορετικό βάρος, ενώ οι κινήσεις του μοιάζουν πιο αποφασιστικές και το πολιτικό του αφήγημα εμφανίζεται πιο αιχμηρό, πιθανά για να συσπειρώσει.

Σε αυτό το εναλλακτικό πλαίσιο, η φράση «στις επόμενες εκλογές η ΝΔ θα έχει αντίπαλο» ακούστηκε ως ύστατη προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης, αλλά και ως προαναγγελία μιας ακόμα αναμέτρησης.

Δηλαδή, ο ίδιος πολιτικός που ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, περίπου 24 μονάδες, και μάλιστα όχι μία φορά αλλά επανειλημμένα, καλείται σήμερα να πείσει ότι μπορεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο αφού από τη μία πλευρά επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο φυσικός ηγέτης της αντιπολίτευσης, από την άλλη όμως κουβαλά το βάρος πρόσφατων εκλογικών αποτυχιών που δύσκολα διαγράφονται από τη συλλογική μνήμη.

Οι τοποθετήσεις του στη Λαμία ερμηνεύτηκαν από πολλούς ως μια συνειδητή προσπάθεια πόλωσης. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η Αριστερά εμφανίζεται κατακερματισμένη, συχνά αμήχανη και πολιτικά ανυπόληπτη, η δημιουργία ενός διπολικού σκηνικού ίσως αποτελεί στρατηγική επιλογή.

Οι διαρροές που τον θέλουν να προχωρά στο νέο κόμμα μέχρι τον Ιούνιο εντείνουν το ενδιαφέρον. Το ερώτημα είναι αν αυτή η κίνηση θα αποτελέσει κάτι διαφορετικό στον αριστερό χώρο ή αν θα περιοριστεί σε μια ανακύκλωση προσώπων και ιδεών.

Σε ένα ιδανικό σενάριο για τον ίδιο, θα μπορούσε να επανασυσπειρώσει την Αριστερά και να δημιουργήσει μια εναλλακτική απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Ωστόσο, η επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας δεν εξαρτάται μόνο από τον πρώην πρωθυπουργό. Το πολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει και για να μετατρέψει τη φράση «η ΝΔ θα έχει αντίπαλο» σε πολιτικό γεγονός, χρειάζεται κάτι περισσότερο από δηλώσεις· απαιτείται σαφής στρατηγική, ανανέωση και κυρίως πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά.

Επιστροφή στο χθες

Ο Αλέξης Τσίπρας από τη Λαμία επιχείρησε να συνδέσει το ιστορικό παρελθόν με το πολιτικό παρόν. Στην ομιλία του, προσπάθησε να αναδείξει –με τον δικό του τρόπο πάντα– τη διαφορά ανάμεσα στον «γνήσιο πατριωτισμό» και την «πατριδοκαπηλία», όπως τη χαρακτήρισε, αποδίδοντάς τη στη… Δεξιά και την ολιγαρχία. Για να στηρίξει το επιχείρημά του, επιστράτευσε δύο μορφές της ελληνικής ιστορίας, τον Αθανάσιο Διάκο και τον Άρη Βελουχιώτη.

Η επιλογή αυτών των προσώπων δεν ήταν τυχαία. Πρόκειται για σύμβολα αντίστασης σε δύο διαφορετικές περιόδους, στην Τουρκοκρατία και τη ναζιστική κατοχή. Πολλοί αναρωτήθηκαν πόσο θεμιτό είναι να αξιοποιούνται ιστορικές προσωπικότητες ως εργαλεία πολιτικής ρητορικής. Αλλά και πού τελειώνει ο φόρος τιμής στην ιστορία και πού αρχίζει η εκμετάλλευσή της.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του στον Άρη Βελουχιώτη. Η φράση για «τα πεζούλια μας» χρησιμοποιήθηκε για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο, που «δεν έχει πατρίδα», και στους ανθρώπους που μένουν δεμένοι με τη γη τους. Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα, βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνική και ιστορική συνείδηση και ακούστηκε το μακρινό 1944!

Ωστόσο, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά, όπως και τα διακυβεύματα. Η απλοϊκή αντιπαραβολή «πατριωτών» και «κεφαλαίου» προκαλεί περισσότερο θυμηδία παρά φωτίζει την πραγματικότητα.

Επιπλέον, η επίκληση μορφών όπως ο Βελουχιώτης, που παραμένει μία σύνθετη και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Η ιστορία δεν προσφέρεται για εύκολες αναγνώσεις ούτε για πολιτική εργαλειοποίηση χωρίς κόστος. Όταν αποσπώνται φράσεις από το ιστορικό τους πλαίσιο και εντάσσονται σε σύγχρονες αφηγήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος αλλοίωσης του νοήματός τους.

Αλλά κάτι που δεν κατανοεί ο Αλέξης Τσίπρας είναι ότι η απάντηση ίσως βρίσκεται, όχι στα «πεζούλια» του παρελθόντος, αλλά στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος. Αν το κατανοούσε, τα πράγματα ίσως να ήταν πιο θετικά γι’ αυτόν.