«Είναι γελοίο για τις ΗΠΑ να συνεχίζουν σε αυτή τη μονόπλευρη πορεία όταν η σχέση δεν είναι αμοιβαία.

Δεν ήταν εκεί για εμάς», έγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ προ ημερών στο Truth Social για τη σχέση Ουάσιγκτον - ΝΑΤΟ. Η ανάρτηση συνοδευόταν από ένα γράφημα που παρουσίασε τα φαραωνικά ποσά που ξοδεύουν οι ΗΠΑ συγκριτικά με τους έτερους συνεισφέροντες της συμμαχίας.

Ο θυμός του Αμερικανού προέδρου για το ότι οι Ευρωπαίοι δεν πληρώνουν όσα -ο ίδιος θεωρεί ότι- θα έπρεπε στον νατοϊκό κορβανά εντάθηκε μετά τη στάση ορισμένων συμμάχων, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, στον πόλεμο των ΗΠΑ (και του Ισραήλ) εναντίον του Ιράν.

Υπό το πρίσμα της οργής Τραμπ αλλά και της διακηρυγμένης πρόθεσης των ΗΠΑ για αναπροσαρμογή (μείωση) της στρατιωτικής τους παρουσίας στην Ευρώπη πραγματοποιείται το διήμερο 6 και 7 Ιουλίου η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Η σύνοδος, στην οποία θα δώσει το παρών ο κ. Τραμπ, θεωρείται ως ένα πρελούδιο αυτού που το αμερικανικό Πεντάγωνο αποκαλεί μετεξέλιξη του οργανισμού σε «ΝΑΤΟ 3.0». Μιας συμμαχίας δηλαδή που θα έχει τα χαρακτηριστικά της εποχής του Ψυχρού Πολέμου,  με τη διαφορά ότι εν προκειμένω οι Ευρωπαίοι θα εισφέρουν περισσότερα χρήματα και θα αναλάβουν μεγαλύτερα αμυντικά βάρη και οι Αμερικανοί θα κάνουν ένα «βήμα πίσω».

Στο κοινό ανακοινωθέν που θα εκδοθεί μετά τη Σύνοδο, σύμφωνα με το Reuters, οι σύμμαχοι, περιλαμβανομένου του κ. Τραμπ, θα επαναβεβαιώσουν την «σιδηρά» και «ακλόνητη» δέσμευσή τους για συλλογική άμυνα βάσει του Άρθρου 5 της (σ.σ. επίθεσης ενός μέλους σημαίνει επίθεση εναντίον όλων).

Βάσει της ίδιας γραμμής πληροφόρησης, η Ρωσία θα χαρακτηρίζεται ως «μακροπρόθεσμη απειλή» για την «ευρωατλαντική ασφάλεια και σταθερότητα», ενώ θα αναφέρεται ότι «οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς, σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνα της Συμμαχίας».

Επιπλέον, θα υπογοραμμίζεται ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και πώς θα πρέπει να σεβαστεί πλήρως την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.

Νωρίτερα, οι σύμμαχοι θα κληθούν να παρουσιάσουν συγκεκριμένα σχέδια για το πως θα αυξήσουν σταδιακά τις αμυντικές τους δαπάνες από 2% του εθνικού τους εισοδήματος σε 3,5% και στη συνέχεια σε 5%. 

Υπενθυμίζεται ότι στην περσινή Σύνοδο Κορυφής στη Χάγη, οι σύμμαχοι κατόπιν αμερικανικών πιέσεων συμφώνησαν (με εξαίρεση την Ισπανία) να αυξήσουν τις αμιγώς αμυντικές τους δαπάνες από το 2% στο 5% του ΑΕΠ με ορίζοντα μέχρι το 2035. 

Το 3,5% αφορά βασικές αμυντικές δαπάνες, (εξοπλισμούς κλπ) και το υπόλοιπο 1,5% δαπάνες που σχετίζονται με την Άμυνα και την Ασφάλεια (κρίσιμες υποδομές, κυβερνοασφάλεια, ανθεκτικότητα, αμυντική βιομηχανία, στρατιωτική κινητικότητα).

Στο πλαίσιο αυτό έχει ενδιαφέρον και το Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ (NSDIF26) που διεξάγεται αύριο. Τα διεθνή μέσα αναφέρουν ότι πρόκειται να υπογραφτούν συμβάσεις και συμφωνίες κοινών προμηθειών αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων με επίκεντρο αμερικανικές εταιρίες. 

Το γεγονός θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί και η οικοδέσποινα Τουρκία, η αμυντική βιομηχανία της οποίας έχει κάνει άλματα, ούσα πλέον η 11η χώρα στις εξαγωγές αμυντικού υλικού παγκοσμίως.

Στο τραπέζι βρίσκεται και η συνέχιση της στήριξης της Ουκρανίας. Οι σύμμαχοι πρόκειται να δεσμευτούν σε στρατιωτική βοήθεια ύψους 70 δισεκατομμυρίων ευρώ στο Κίεβο για φέτος και τουλάχιστον ισοδύναμη υποστήριξη το 2027. Το ποσό δεν περιλαμβάνει νέες δεσμεύσεις, αλλά αντιπροσωπεύει την προηγούμενη ετήσια δέσμευση του ΝΑΤΟ ύψους 40 δις ευρώ συν 30 δις ευρώ κάθε έτος από δάνειο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ukraine Loan Facility).

Άλλωστε, υπάρχουν και άλλα νατοϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία στήριξη της Ουκρανίας, όπως ο κατάλογος προτεραιοποιημένων απαιτήσεων (PURL) και το NSATU. Το PURL αποτελεί έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι σύμμαχοι αγοράζουν αμυντικό εξοπλισμό από τις ΗΠΑ που στη συνέχεια παραδίδεται στην Ουκρανία. Η Ελλάδα εισέφερε 20 εκατομμύρια ευρώ το 2025.

Η πρόταση του γγ του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, για επιπλέον βοήθεια προς την Ουκρανία με σταθερή ετήσια εισφορά από τα κράτη – μέλη με 0,25% του ΑΕΠ τους προκάλεσε πληθώρα αντιδράσεων, της Ελλάδος περιλαμβανομένης.

Τέλος, δεν υπήρξε πρόοδος στις συνομιλίες που προηγήθηκαν σε επίπεδο Μόνιμων Αντιπροσώπων για την αναμόρφωση του συστήματος αγωγών στρατιωτικών καυσίμων του της συμμαχίας (NATO Pipeline System – NPS). 

Το κόστος περί τα 27 δις, η περιόδος ολοκλήρωσης 25 χρόνων και οι συμμαχικές έριδες για την όδευση των αγωγών, μεταξύ των οποίων και η ελληνοτουρκική, σπρώχνουν το project για το μέλλον.