Οι καθυστερήσεις στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» αναδεικνύουν το πρόβλημα που κρύβεται πίσω από τεχνικές δικαιολογίες: την ευθύνη των αεροπορικών εταιρειών για τις εικόνες ασφυξίας.
Στο κυνήγι της μέγιστης κερδοφορίας, πιέζουν το σύστημα στα όριά του, στοιβάζοντας δεκάδες πτήσεις στις δημοφιλείς πρωινές ώρες, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η χωρητικότητα του αεροδρομίου είναι αδύνατον να τις απορροφήσει εν μέσω αύξησης της τουριστικής κίνησης.
Η πρακτική αυτή μετατοπίζει το κόστος και την ταλαιπωρία αποκλειστικά στους επιβάτες. Οι εταιρείες οφείλουν να αναλάβουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί, αναδομώντας ορθολογικά τα προγράμματά τους και διαχέοντας τις πτήσεις σε όλο το εικοσιτετράωρο. Δεν νοείται να αντιμετωπίζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο ως έναν απέραντο μεταξύ τους χώρο ανταγωνισμού σε βάρος των επιβατών. Από την πλευρά τους, οι κρατικοί φορείς και η ΥΠΑ βρίσκονται στο στόχαστρο μιας σχετικά άδικης κριτικής, γιατί διστάζουν να δώσουν άμεση λύση.
Να βάλουν «φρένο» μέσω των slots –δηλαδή την προσγείωση ή την απογείωση συγκεκριμένων πτήσεων, σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες– που είναι εξαιρετικά κερδοφόρα και οι εταιρείες ανταγωνίζονται για να τα αποκτήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση είναι η ζήτηση που υπερβαίνει τα όρια χωρητικότητας του αεροδρομίου. Γι’ αυτό χρειάζεται άμεση παρέμβαση ώστε οι εταιρείες να σεβαστούν τις υποδομές και κυρίως τους ταξιδιώτες.