«Σιγά μη στενοχωρηθώ γι’ αυτήν που ήταν με τη Φρειδερίκη».

Το μήνυμα αυτό διαβάστηκε σε ραδιοφωνική εκπομπή και είχε σταλεί από ακροατή με αφορμή τον θάνατο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ και αποτυπώνει –όπως και πολλά άλλα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο– το πρόβλημα που υπάρχει σε μερίδα του κόσμου. Των κριτών, επικριτών, εισαγγελέων και δικαστών του διαδικτύου που όλα τα σφάζουν και όλα τα μαχαιρώνουν ανάλογα πάντα με την πλευρά που βρίσκονται κομματικά και ιδεοληπτικά. Όχι ιδεολογικά αλλά ιδεοληπτικά.

Το να κρίνεις την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ με αυτόν τον τρόπο αντανακλά μια νοοτροπία που έχει απλωθεί όχι μέσα από το διαδίκτυο και τα social media αλλά μέσω της δυνατότητας που αυτά δίνουν να αλληλεπιδρούν άνθρωποι που στο παρελθόν όχι απλά βρίσκονταν στο περιθώριο, αλλά και απέφευγαν να εκδηλωθούν, διότι δεν έβρισκαν ανταπόκριση ούτε στο οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον.

Πιάνοντας το πληκτρολόγιο ή το Smartphone αναλαμβάνουν ρόλους κριτή, δικαστή αλλά και δήμιου, δολοφονώντας χαρακτήρες με γνώμονα το πού ανήκει ο υποτιθέμενος «αντίπαλος», όταν φυσικά δεν μιλάμε για περιπτώσεις που για τα όσα γράφουν με ύφος χιλίων... πιθήκων, λαμβάνουν αμοιβή.

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, πέραν του επιστημονικού υπόβαθρου και του έργου της αναφορικά με το Βυζάντιο, ήταν η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στη Σορβόννη. Αν αυτό δεν λέει κάτι σε όσους αυτοαναγορεύονται προοδευτικοί, τότε μάλλον υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα στο σκεπτικό τους.

Ακόμη χειρότερα, εμφανίζονται κάποιοι στο διαδίκτυο να κατηγοριοποιούν ανθρώπους ανάλογα με το αν έχουν τις ίδιες θέσεις και απόψεις με εκείνους. Και όπως και στις περιπτώσεις τραγικών δυστυχημάτων ή δολοφονικών ενεργειών, να προβάλλονται οι νεκροί ανάλογα με την περίοδο και τις όποιες πολιτικές –όχι ποινικές– ευθύνες της εκάστοτε κυβέρνησης.

Το ζήσαμε με τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, το είδαμε να συμβαίνει με τον θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου. Χολή, πίκρα και ανάθεμα γιατί βρέθηκαν, για παράδειγμα, στο πλευρό της ΝΔ, ενώ ξεκίνησαν ως αριστεροί και άλλα πολλά. Το γεγονός ότι ξεμένουμε από «μεγάλους, άνδρες και γυναίκες», δυστυχώς δεν φαίνεται να ενοχλεί τους εισαγγελείς, δικαστές και δημίους του διαδικτύου.

Τυχεροί μάλλον κάποιοι που έφυγαν προτού τα social κατακλύσουν τις ζωές μας, αν και πάλι σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι λίγοι αυτοί που τους περιλαμβάνουν κρίνοντας και επικρίνοντας τον τρόπο που έζησαν. Εντάξει, ίσως σε επίπεδο ψυχολογίας να επιχειρούν με αυτόν τον τρόπο να πάρουν ένα πεντάλεπτο δημοσιότητας. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που η χολή και η κακία περισσεύουν λες και μισούν αυτό που κατάφεραν στη ζωή τους οι άλλοι.

Διότι, αν κάποιος πιστεύει πως το να ξεκινήσει οποιοσδήποτε από εκεί που ξεκίνησε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ και να γίνει αυτό που έγινε ήταν εύκολο, μάλλον το πληκτρολόγιο του έχει δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα και αυτό πλέον οφείλουμε να αρχίσουμε να το κοιτάμε όλοι. Ζώντας τις ζωές των άλλων και καταδικάζοντας αυτές κάποιων άλλων, στο τέλος βιώνουμε καταστάσεις ενός μικρόκοσμου που φέρνουν «δίπλα μας» οι αλγόριθμοι.

Ίσως πράγματι να αποτελεί μια λύση αυτό που ετοιμάζει η κυβέρνηση για τη χρήση των social από τα παιδιά. Τουλάχιστον εκείνα να ζήσουν κάποια χρόνια σύμφωνα με την ηλικία τους και να αποφύγουν τη χολή και την κακία που βγάζουμε μαζί με τα απωθημένα μας...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».