Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να καταψηφίσει το νομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις επιβεβαίωσε ότι λειτουργεί ως δύναμη διαμαρτυρίας.

Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη φαίνεται πως αποφάσισε να συνεχίσει τη σταθερή του πορεία προς έναν παράλληλο πολιτικό κόσμο, στον οποίο η στρατηγική συγχέεται με τις εμμονές και η θεσμική σοβαρότητα υποκαθίσταται από μια μόνιμη επιθυμία «αντίδρασης για την αντίδραση». Το απέδειξε ακόμη μία φορά, καταψηφίζοντας το νομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις, την ίδια στιγμή που τα γεωπολιτικά δεδομένα αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και η χώρα απαιτεί σταθερότητα, υπευθυνότητα και καθαρή τοποθέτηση.

Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ δεν προκάλεσε ακριβώς έκπληξη· μάλλον επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί ήδη ψιθυρίζουν: ότι το κόμμα έχει εγκλωβιστεί σε μια αέναη εφηβεία αντιπολίτευσης, χωρίς κεντρικό άξονα, χωρίς αφήγηση, χωρίς προσανατολισμό.
Από την υπόθεση των επισυνδέσεων, όπου ο Ανδρουλάκης δεν κατάφερε ποτέ να χαράξει σαφή πολιτική γραμμή πέρα από το να καταγγέλλει τους πάντες και τα πάντα, μέχρι την απόλυτη ασάφεια στις θέσεις για την Οικονομία, τη Δικαιοσύνη και την Υγεία, τώρα έρχεται και το κερασάκι: η άρνηση σε κρίσιμο νομοσχέδιο που αφορά την ίδια την αποτρεπτική ισχύ της χώρας.

Και μάλιστα σε μια περίοδο που:

-η Τουρκία επανέρχεται διαρκώς με αναθεωρητικές αιτιάσεις,

-η Ανατολική Μεσόγειος δεν προσφέρει καμία εγγύηση σταθερότητας,

-η Ευρώπη συνολικά κινείται σε αχαρτογράφητα νερά ασφάλειας.

Σε αυτές τις στιγμές, οφείλει ένα κόμμα που θέλει να παρουσιάζεται ως υπεύθυνη, κεντρώα δύναμη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να κοιτάξει πέρα από το εσωτερικό ακροατήριο, πέρα από τα μικροκομματικά αντανακλαστικά, πέρα από τις εμμονές της ηγεσίας του. Και βεβαίως, να μην παίζει μικροπολιτικά παιχνίδια με τις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες αποτελούν το απόλυτο θεμέλιο της εθνικής ασφάλειας.

Αντ’ αυτού, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη επιλέγει την πολιτική της άρνησης: όχι γιατί έχει μια σοβαρή εναλλακτική –αυτή δεν την παρουσίασε ποτέ– αλλά επειδή έχει αναγάγει το «όχι σε όλα» σε στρατηγική επιβίωσης. Μια στρατηγική που θυμίζει περισσότερο κόμμα διαμαρτυρίας του 4% και όχι παράταξη που φιλοδοξεί να κυβερνήσει την Ελλάδα.

Και βέβαια, η στάση αυτή έρχεται να κουμπώσει σε μια σειρά αυτογκόλ που έχει σημειώσει το κόμμα το τελευταίο διάστημα. Από τις αμήχανες τοποθετήσεις για κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, μέχρι τις αλλοπρόσαλλες παρεμβάσεις του προέδρου για διεθνή θέματα. Καμία συνοχή, κανένα αφήγημα, καμία στιβαρότητα. Μόνο πολιτική κόπωση και μια διαρκής ανάγκη για διάκριση από τη Νέα Δημοκρατία με κάθε κόστος, ακόμη κι όταν οι επιλογές βλάπτουν την ίδια τη σοβαρότητα του κόμματος.

Μικρό, φοβικό, εσωστρεφές

Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη δεν δείχνει να καταλαβαίνει ότι, σε μια περίοδο που απαιτείται πολιτική ωριμότητα και εθνική συνεννόηση, εκείνο επιλέγει να εμφανίζεται μικρό, φοβικό και εσωστρεφές. Και κυρίως, μοιάζει να μην έχει κατανοήσει ότι η χώρα δεν περιμένει από την αντιπολίτευση να υψώνει σημαίες ευκαιρίας, αλλά να αποδεικνύει ότι διαθέτει στιβαρότητα, γνώση και υπευθυνότητα – στοιχεία που δυστυχώς απουσιάζουν.

Η πολιτική ζωή έχει κανόνες: ή τους υπηρετείς ή εξαφανίζεσαι. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να δοκιμάζει και τα δύο ταυτόχρονα, χωρίς να πετυχαίνει κανένα. Και αν συνεχίσει έτσι, δεν θα χρειάζεται καν να το καταψηφίζει η κοινωνία. Θα αυτοκαταψηφίζεται καθημερινά με τις επιλογές του.

Αν κάτι απομένει στο τέλος αυτής της ιστορίας, είναι η σκληρή διαπίστωση ότι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη δεν έχασε απλώς τον πολιτικό του βηματισμό· έχασε την επαφή με την ίδια την πραγματικότητα. Όταν ένα κόμμα επιλέγει να κονταροχτυπιέται με τις σκιές του, να αυτοαναιρείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή με την οποία αρθρώνει θέσεις, τότε παύει να αποτελεί παράγοντα σταθερότητας και μετατρέπεται σε θορυβώδη θεατή των εξελίξεων.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα: δεν χρειάζεται καν να του επιτεθεί κάποιος για να μικρύνει – το κάνει μόνο του, κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του.

Πολιτική υποσημείωση

Γιατί σε μια Ελλάδα που ζητά σοβαρότητα, σχέδιο και καθαρή στάση στα εθνικά ζητήματα, το ΠΑΣΟΚ απαντά με αμηχανία, ερασιτεχνισμό και μια μόνιμη αλλεργία στην ευθύνη. Όταν όμως ένα κόμμα φοβάται την ευθύνη, τότε η κοινωνία πολύ σύντομα θα πάψει να του αναγνωρίζει οποιονδήποτε ρόλο. Και τότε, δεν θα φταίνε ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι «μηχανισμοί», ούτε τα «συμφέροντα»· θα φταίει μόνο η ηγεσία του, που κατάφερε με τις επιλογές της να συρρικνώσει μια ιστορική παράταξη σε πολιτική υποσημείωση.

Τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ότι καταψήφισε το νομοσχέδιο. Είναι ότι καταψηφίζει τον ίδιο του τον εαυτό – κάθε μέρα.