Το πολιτικό σκηνικό της χώρας μοιάζει παγιδευμένο σε μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση κανονικότητας.

Την ώρα που οι γεωπολιτικές καταιγίδες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή πυκνώνουν και οι παγκόσμιες οικονομικές αναταράξεις απειλούν τη δημοσιονομική σταθερότητα, το εγχώριο σύστημα παραμένει όμηρος ενός κατακερματισμού που ευνοεί τον λαϊκισμό και τις εφήμερες πολιτικές μόδες. Αν θέλουμε να θωρακίσουμε τη χώρα απέναντι σε αυτές τις απειλές –τις οποίες οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται πεισματικά να δουν– οφείλουμε να σχεδιάσουμε από σήμερα μια γενναία και ρεαλιστική θεσμική μεταρρύθμιση: την αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή στο 5%.

Η ανάγκη για σταθερές και αποτελεσματικές κυβερνήσεις δεν είναι ζήτημα κομματικού εγωισμού, αλλά εθνικής επιβίωσης. Στην οικονομία, η πολιτική ορατότητα αποτελεί το πρώτο και κυριότερο κριτήριο για την προσέλκυση σοβαρών, μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Οι διεθνείς αγορές και οι επενδυτές δεν αναζητούν απλώς φορολογικά κίνητρα· ψάχνουν τη διασφάλιση ότι μια χώρα δεν θα βρεθεί ξαφνικά σε τροχιά ακυβερνησίας ή υπό την ομηρία λαϊκιστικών μορφωμάτων που θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Γιατί το 3% ακυρώνει τη σταθερότητα

Το ισχύον σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής διαθέτει μια σωστή αρχιτεκτονική, καθώς διατηρεί το κλιμακωτό μπόνους με βάση το 25% για το πρώτο κόμμα, διασφαλίζοντας ότι η κυβερνητική σταθερότητα δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται με μια αξιοσημείωτη εκλογική βάση. Ωστόσο, το χαμηλό όριο του 3% ακυρώνει στην πράξη αυτή τη δυναμική. Επιτρέπει την είσοδο κομμάτων-διάττοντων αστέρων, αυξάνει τον κοινοβουλευτικό «θόρυβο» και τεχνητά ψηλώνει τον πήχη της αυτοδυναμίας.

Η ιστορία μάς έχει διδάξει πώς αντιμετωπίζεται η ακυβερνησία. Το 1990, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη βρέθηκε αντιμέτωπη με τα καταστροφικά αποτελέσματα της απλής αναλογικής που είχε ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ, αναγκαζόμενη να κυβερνήσει αρχικά με την οριακή πλειοψηφία των 151 εδρών. Με ιστορική διορατικότητα και αποφασιστικότητα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ψήφισε αμέσως τον νόμο 1907/1990, εισάγοντας το πρώτο σταθερό bonus εδρών και το όριο του 3%. Ηταν μια μεταρρύθμιση τόσο στέρεη, που οι επόμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ τη διατήρησαν για μια δεκαετία. Σήμερα, οι καιροί απαιτούν το επόμενο βήμα.

Το 5% ως ευρωπαϊκή κανονικότητα

Η μετάβαση στο όριο του 5% δεν αποτελεί δημοκρατική εκτροπή, αλλά ευρωπαϊκή κανονικότητα. Είναι το ίδιο όριο που εφαρμόζουν ώριμες δημοκρατίες, όπως η Γαλλία, η Πολωνία και η Ουγγαρία, ενώ χώρες όπως η Ιταλία, η Αυστρία και η Σουηδία έχουν θεσπίσει το 4%. Η προσομοίωση των αριθμών δείχνει τη δυναμική αυτής της αλλαγής: αν εφαρμόζαμε το 5% στις τελευταίες εκλογές, το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα έμεναν εκτός Βουλής θα εκτινασσόταν από το 6,15% στο 22,08%. Αυτό το «χαμένο» ποσοστό θα μεταφραζόταν αυτόματα σε μια ισχυρή και άνετη πλειοψηφία 180 εδρών για το πρώτο κόμμα, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να διοικήσει απρόσκοπτα τη χώρα, μακριά από κοινοβουλευτικούς εκβιασμούς.

Φυσικά, οι θιασώτες της πολιτικής αδράνειας θα σπεύσουν να μιλήσουν για «νόθευση της λαϊκής βούλησης» και «αποκλεισμό των μειοψηφιών». Η απάντηση σε αυτούς τους ισχυρισμούς είναι ξεκάθαρη: η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την υπευθυνότητα, αλλά από την ακυβερνησία. Ενα κόμμα που δεν μπορεί να πείσει ούτε το 5% του εκλογικού σώματος σε εθνικό επίπεδο στερείται της απαραίτητης κοινωνικής γείωσης για να καθορίζει τις τύχες της χώρας. Το 5% δεν φιμώνει τον πλουραλισμό, αλλά θέτει έναν ελάχιστο πήχη σοβαρότητας, αποτρέποντας τη μετατροπή του Κοινοβουλίου σε ένα πεδίο στείρου εντυπωσιασμού και προσωπικών στρατηγικών.

Πότε πρέπει να ψηφιστεί η αλλαγή

Το κρίσιμο ερώτημα είναι το «πότε». Μια τέτοια αλλαγή δεν πρέπει και δεν χρειάζεται να γίνει εσπευσμένα τώρα. Μια βιαστική νομοθέτηση στην παρούσα συγκυρία θα εξέπεμπε ένα αδύναμο μήνυμα ηττοπάθειας για το πρώτο κόμμα, σαν να αναζητά σανίδα σωτηρίας εν μέσω δημοσκοπικών πιέσεων. Η μεταρρύθμιση πρέπει να ψηφιστεί αμέσως μετά, στην επόμενη Βουλή. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα θα ισχύσει για τις μεθεπόμενες εκλογές, προσφέροντας έναν απολύτως καθαρό πολιτικό ορίζοντα, χωρίς σκιές σκοπιμότητας.

Για την υλοποίηση αυτής της τομής, ο δρόμος είναι νομικά ανοιχτός. Δεν απαιτείται καμία χρονοβόρα ή σύνθετη συνταγματική αναθεώρηση. Το σύνταγμά μας, στο άρθρο 54, παρέχει στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία το δικαίωμα να αλλάξει το όριο με έναν απλό, κοινό νόμο. Συνταγματική αναθεώρηση θα χρειαζόταν μόνο αν κάποιος επιθυμούσε να αλλάξει μόνιμα την αρχιτεκτονική του κράτους – για παράδειγμα, να καταργήσει τον κανόνα των 200 ψήφων που απαιτούνται για την άμεση εφαρμογή ενός εκλογικού συστήματος. Για την αλλαγή του ορίου στο 5% με ορίζοντα το μέλλον, ένας απλός νόμος με την ψήφο 151 βουλευτών αρκεί.

Σταθερή κυβέρνηση, καθαρός ορίζοντας

Η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε εκλογικούς νόμους που δεν συνάδουν με τις απαιτήσεις των καιρών. Οταν το σκάφος της χώρας καλείται να πλοηγηθεί σε μια διεθνή γεωπολιτική και οικονομική καταιγίδα, χρειάζεται καθαρό ορίζοντα και στιβαρό τιμόνι, όχι εσωτερικές έριδες με σχηματισμούς μίας χρήσης.... Για το συμφέρον της χώρας, τη διασφάλιση της εθνικής σταθερότητας και την προστασία της αναπτυξιακής μας πορείας, δεν χωρούν υπαναχωρήσεις ούτε ψευδείς ενοχές. Απαιτείται αποφασιστικότητα. Η ηγεσία που θα τολμήσει αυτή τη γενναία θεσμική τομή δεν θα περιορίσει τη δημοκρατία· αντίθετα, θα τη θωρακίσει, προσφέροντας στους πολίτες ένα κράτος ικανό να κυβερνηθεί χωρίς περιπέτειες.