Η ρητορική της καταστροφολογίας που επιστρατεύει η αντιπολίτευση δεν αντανακλά την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας, αλλά την υπαρξιακή αγωνία των δικών της κομμάτων.
Διανύοντας πλέον τον όγδοο χρόνο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και έχοντας συμπληρώσει δέκα χρόνια από την ανάληψη της ηγεσίας της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αναδεικνύεται ένα πρωτοφανές πολιτικό φαινόμενο για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Παρά τη φυσιολογική φθορά της κυβέρνησης, όλες οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να καταγράφουν την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος.
Πώς εξηγείται αυτή η πολιτική αντοχή, όταν σύσσωμη η αντιπολίτευση κάνει λόγο για βιβλική καταστροφή; Η απάντηση δεν κρύβεται σε κάποιου είδους συλλογικό μαζοχισμό των ψηφοφόρων, αλλά στην ορθολογική αποτίμηση της πραγματικότητας από την πλειονότητα των πολιτών. Οι Ελληνες επιλέγουν τη σταθερότητα, την οικονομική πρόοδο και τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, αφήνοντας πίσω τις εποχές των εύκολων υποσχέσεων και των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων.
Η ρητορική της καταστροφολογίας που επιστρατεύει η αντιπολίτευση δεν αντανακλά την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας, αλλά την υπαρξιακή αγωνία των δικών της κομμάτων. Οι επίδοξοι «διασώστες», εγκλωβισμένοι σε ξεπερασμένα αφηγήματα, επιχειρούν να διασώσουν τα κομματικά τους μαγαζιά και τις προσωπικές τους στρατηγικές, αδυνατώντας να αντιπροτείνουν μια ρεαλιστική πρόταση διακυβέρνησης.
Αν οι πολίτες πίστευαν πράγματι ότι η χώρα καταστρέφεται, στη θέση του Μητσοτάκη θα βρισκόταν είτε ο Τσίπρας είτε ο Ανδρουλάκης. Συνεπώς, η πολιτική κυριαρχία του πρωθυπουργού επιβεβαιώνει ότι η κοινωνία έχει ωριμάσει, απορρίπτει τους λαϊκιστές και εμπιστεύεται τη σοβαρότητα.