Η φύση του πολιτικού Κέντρου αποτελεί ένα από τα πιο παρερμηνευμένα ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής ανάλυσης.

Πολύ συχνά, τόσο από την πλευρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο και από εκείνη της εθνολαϊκιστικής ή αυταρχικής Δεξιάς, το Κέντρο αντιμετωπίζεται ως ένας χώρος ιδεολογικού κενού, μια «γκρίζα ζώνη» καιροσκοπισμού ή ένας απλός μέσος όρος που προκύπτει από τις αποστάσεις μεταξύ των άκρων.

Η οπτική αυτή επιβάλλει έναν τεχνητό ετεροπροσδιορισμό: παρουσιάζει το Κέντρο ως μια οντότητα χωρίς δική της πυξίδα, η οποία απλώς αντιδρά, ισορροπεί ή ελίσσεται ανάλογα με τη θέση και την ένταση των πολιτικών άκρων. Ωστόσο, μια βαθύτερη ιστορική και κοινωνιολογική θεώρηση αποδεικνύει το αντίθετο.

Το πολιτικό Κέντρο διαθέτει μια αυθύπαρκτη παρουσία, η οποία δεν ετεροπροσδιορίζεται από τις ακραίες ιδεολογίες, αλλά θεμελιώνεται στον ορθολογισμό, τη θεσμική προσήλωση και, πάνω απ’ όλα, στον πραγματισμό για την επίλυση των ζωτικών προβλημάτων της κοινωνίας.

Απέναντι στην περιχαράκωση

Τα πολιτικά άκρα τρέφονται από τη δογματική περιχαράκωση και τη διαίρεση. Είτε πρόκειται για τον ταξικό ντετερμινισμό είτε για τον εθνικιστικό αποκλεισμό, οι ακραίες ιδεολογίες λειτουργούν με βάση καθολικές αλήθειες, ανελαστικά θεωρητικά σχήματα και μια μανιχαϊστική αντίληψη για τον κόσμο («εμείς ή κανείς»).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρούν να εγκλωβίσουν το Κέντρο σε έναν ρόλο παθητικού διαμεσολαβητή ή «δειλού» παρατηρητή. Στην πραγματικότητα, όμως, το Κέντρο δεν προσδιορίζεται από το τι δεν είναι (δεν είναι Αριστερά, δεν είναι Δεξιά), αλλά από το τι είναι. Είναι ο χώρος που αρνείται να θυσιάσει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας στον βωμό της ιδεολογικής καθαρότητας.

Η αυθύπαρκτη ταυτότητα του Κέντρου πηγάζει από τον πολιτικό πραγματισμό. Ενώ τα άκρα ξεκινούν από μια θεωρία και προσπαθούν να εξαναγκάσουν την κοινωνική πραγματικότητα να προσαρμοστεί σε αυτήν –συχνά με βίαιο ή ισοπεδωτικό τρόπο–, το Κέντρο εκκινεί από την ίδια την πραγματικότητα.

Η προσέγγισή του είναι οργανικά συνδεδεμένη με την αναζήτηση εφαρμόσιμων, βιώσιμων και αποτελεσματικών λύσεων για τα καθημερινά και ζωτικά προβλήματα των πολιτών: την οικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή, την παιδεία, την υγεία και την ασφάλεια. Ο πραγματισμός του Κέντρου δεν είναι έλλειψη αρχών, αλλά η ύστατη πολιτική ευθύνη· είναι η συνειδητοποίηση ότι οι κοινωνίες δεν ευημερούν με συνθήματα, αλλά με μεταρρυθμίσεις που αντέχουν στον χρόνο.

Επιπλέον, το Κέντρο αποτελεί τον θεματοφύλακα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των θεσμών της. Η πίστη στο κράτος δικαίου, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, η ανεκτικότητα στην αντίθετη άποψη και η κουλτούρα του συμβιβασμού δεν είναι «ενδιάμεσες» θέσεις, αλλά αυτοτελείς και ισχυρές αξίες.

Τα άκρα συχνά βλέπουν τους θεσμούς ως εμπόδια για την επιβολή της δικής τους απόλυτης αλήθειας. Αντίθετα, το Κέντρο αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί είναι το μοναδικό ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να διεξαχθεί ένας γόνιμος πολιτικός διάλογος και να παραχθεί έργο προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Συνεπώς, η προσπάθεια ετεροπροσδιορισμού του Κέντρου από τα άκρα αποτυγχάνει γιατί παραβλέπει την παραγωγική φύση του. Το Κέντρο δεν είναι το γεωμετρικό σημείο μηδέν σε έναν άξονα· είναι ένας δυναμικός πόλος σύνθεσης.

Παίρνει την κοινωνική δικαιοσύνη από την προοδευτική σκέψη και την οικονομική ελευθερία από τη συντηρητική παράδοση και τις ενώνει σε ένα συνεκτικό, ρεαλιστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση και σύνθετες παγκόσμιες προκλήσεις, η αυθύπαρκτη παρουσία του Κέντρου είναι πιο αναγκαία από ποτέ.

Οταν οι ακραίες φωνές προσφέρουν απλοϊκές απαντήσεις σε περίπλοκα προβλήματα, το Κέντρο αντιτάσσει τη σοβαρότητα, την τεκμηρίωση και την αποτελεσματικότητα. Η ισχύς του δεν εξαρτάται από το πόσο μακριά ή κοντά βρίσκεται στα άκρα, αλλά από το πόσο κοντά παραμένει στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.