Tι συνέβη στο ευρωπαϊκό Κέντρο; Για δεκαετίες κέρδιζε επειδή υποσχόταν ασφάλεια, ευημερία, κοινωνική κινητικότητα και ευρωπαϊκή προοπτική.

Σταδιακά όμως άρχισε να μιλάει περισσότερο τη γλώσσα των δεικτών παρά τη γλώσσα της κοινωνίας. Γι' αυτό, όταν ανεβαίνουν τα άκρα, το πρώτο ερώτημα που οφείλει να απευθύνει στον εαυτό του το Κέντρο είναι «τι κάναμε και δεν μας εμπιστεύονται πια;»

Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να αντιμετωπίζουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη: να καταγγέλλουμε τους ψηφοφόρους της. Να τους χαρακτηρίζουμε συλλήβδην ακραίους, αντιδημοκράτες, ξενοφοβικούς ή ανθρώπους που δεν κατάλαβαν τι ψήφισαν.

Υπάρχει όμως και ένας δυσκολότερος, αλλά πολιτικά χρησιμότερος τρόπος: να αναρωτηθούμε τι δεν έκανε καλά το Κέντρο, ώστε εκατομμύρια Ευρωπαίοι να αναζητούν διέξοδο στα άκρα.

Η Γερμανία είναι σήμερα ίσως το πιο εντυπωσιακό εργαστήριο αυτής της κρίσης. Το αποτέλεσμα της κάλπης προκάλεσε σοκ. Στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, το AfD σάρωσε με 43,8%, με τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού (CDU και SPD) να συρρικνώνονται δραματικά.

Λίγα 24ωρα μετά, στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, το AfD ήρθε πρώτο κόμμα με 38,2%, παίρνοντας την πρωτιά από το SPD, με το κόμμα του καγκελάριου Μερτς να καταποντίζεται κάτω από το 5% και να μένει εκτός του τοπικού Κοινοβουλίου.

Μια άλλη εκδοχή ενίσχυσης των άκρων είχαμε στο Βερολίνο. Εκεί πρώτη ήρθε η Αριστερά (Die Linke) με 25,7%, με το CDU να πέφτει στο 18,8% και το AfD να ενισχύεται, φτάνοντας στο 16,3% των ψήφων.

Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής στην εικόνα αυτή;

Προφανώς, η ανοδική τάση για τα άκρα του πολιτικού φάσματος στη Γερμανία, εις βάρος των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Κυρίως, όμως, την παράσταση κλέβει η εκτόξευση του AfD ακόμα και σε παγγερμανικό επίπεδο.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το ARD-Deutschland Trend έδινε για το AfD, σε πανεθνικό επίπεδο, 27% στην πρόθεση ψήφου, μπροστά από το CDU/CSU, στο 21%, ενώ μόλις το 15% δήλωνε ικανοποιημένο από την κυβέρνηση CDU/CSU-SPD και το 84% δυσαρεστημένο.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον: το AfD κέρδιζε συνεχώς έδαφος στην αντίληψη των πολιτών για την οικονομία, την κοινωνική δικαιοσύνη και, κυρίως, το μεταναστευτικό.

Ασφαλώς, μέσα στο AfD υπάρχουν ακραίες, εθνικιστικές και αντιμεταναστευτικές τάσεις. Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει ότι σχεδόν ο ένας στους τρεις Γερμανούς που δηλώνει ότι θα το ψηφίσει αποτελεί ένα ενιαίο σώμα ιδεολογικά ακροδεξιών πολιτών.

Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην ανατολική Γερμανία δείχνουν ότι η ψήφος προς το AfD τροφοδοτείται επίσης από την οικονομική ανασφάλεια, το κόστος ζωής, την απογοήτευση από το ομοσπονδιακό κράτος και την αίσθηση εγκατάλειψης ολόκληρων περιοχών.

Αλλά και πολιτικά, η ανάλυση της ψήφου υπέρ του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ τα λέει όλα: στην ανάλυση των exit polls φάνηκε ότι από τους Χριστιανοδημοκράτες μετακινήθηκαν σχεδόν 83.000 ψηφοφόροι προς το AfD – και όχι μόνο.

Προς την ίδια κατεύθυνση μετακινήθηκαν από το FDP (το Φιλελεύθερο κόμμα που εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη) 19.000. Από την Αριστερά 11.000, από τους Σοσιαλιστές του SPD 7.000 και από τους Πράσινους 2.000.

Τι είναι όλοι αυτοί; Εθνικιστές; Ακροδεξιοί;

Η περιφρόνηση αυτών των ψηφοφόρων είναι ίσως το καλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει το πολιτικό σύστημα στο AfD. Γιατί μετατρέπει μια ψήφο διαμαρτυρίας σε ψήφο ταυτότητας: «αφού μας περιφρονούν, θα τους πολεμήσουμε».

Το πρόβλημα των κυβερνήσεων συνεργασίας

Εδώ αναδεικνύεται και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν από μόνες τους αποτυχία – πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες λειτούργησαν κατά καιρούς με αυτές.

Όταν, όμως, η συνεργασία γίνεται απλώς άθροισμα αλληλοαναιρούμενων συμβιβασμών, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολιτική ακινησία. Δυστυχώς, στη Γερμανία αλλά και σε άλλες χώρες αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας.

Η σημερινή γερμανική κυβέρνηση CDU/CSU-SPD αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκολίας. Η Γερμανία χρειάζεται γρήγορες μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, στην ενέργεια, στις υποδομές, στην άμυνα, στο κοινωνικό κράτος και στη μετανάστευση.

Αλλά κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση περνάει από τη διαπραγμάτευση δύο κομμάτων με διαφορετικές εκλογικές βάσεις και διαφορετικές προτεραιότητες.

Μετά την επιτυχία του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, οι διαφωνίες CDU και SPD για τις μεταρρυθμίσεις, τις συντάξεις, τη φορολογία και τον προϋπολογισμό έγιναν ακόμη εντονότερες.

Τώρα έχουν και πολέμιους τόσο το AfD όσο και η ενισχυμένη Αριστερά, που εναντιώνεται σε αυτές.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η κυβέρνηση καθυστερεί επειδή φοβάται το πολιτικό κόστος, οι πολίτες εξοργίζονται επειδή δεν βλέπουν αποτελέσματα και η άνοδος των άκρων κάνει τα κυβερνητικά κόμματα ακόμη πιο φοβικά.

Πολλοί εκτιμούν ότι μια σοβαρή αιτία είναι το έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας στη Γερμανία, στη Γαλλία και γενικότερα στην ΕΕ.

Είναι όμως έτσι;

Ας αναρωτηθούμε: Θα μπορούσε σήμερα να υπάρξει ένας Αντενάουερ ή ένας Ντε Γκολ να επιβάλει τη δική του ατζέντα και να ορίσει την πολιτική πυξίδα στη χώρα του;

Η αλήθεια είναι πως ακόμη και ηγέτες με ανάλογο ιστορικό βάρος θα κυβερνούσαν σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό.

Ο πολιτικός χρόνος έχει συντριβεί σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τα social media απαιτούν απαντήσεις ακόμη και σε περίπλοκα θέματα μέσα σε λεπτά.

Η τηλεοπτική και διαδικτυακή ενημέρωση μετατρέπει κάθε αστοχία σε εθνική κρίση πριν ακόμη ολοκληρωθεί η μέρα.

Οι αλγόριθμοι ευνοούν συχνά την οργή, τη σύγκρουση και την υπεραπλούστευση περισσότερο από τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ταυτόχρονα, η εξουσία έχει διαχυθεί. Μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση πρέπει να συνυπολογίζει εθνικά Κοινοβούλια, συνταγματικά δικαστήρια, ευρωπαϊκούς θεσμούς, κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, διεθνείς οργανισμούς και αγορές.

Αυτό αποτελεί συχνά θεσμική εγγύηση απέναντι στην αυθαιρεσία. Έχει, όμως, και τίμημα: η λήψη μιας μεγάλης απόφασης είναι πολύ πιο περίπλοκη και αργή.

Παράδειγμα: ατελείωτες διαβουλεύσεις για τον νέο προϋπολογισμό της Κομισιόν, που αφορά άμεσα τα κράτη-μέλη.

Ο Αντενάουερ και ο Ντε Γκολ μπορούσαν να πουν «εκεί θέλω να πάει η χώρα μου» και να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο σημερινός ηγέτης πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει ότι διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κυβερνητικό εταίρο, ευρωπαϊκή συμβατότητα και κοινωνική αποδοχή – ενώ ταυτόχρονα δέχεται καθημερινά πυρά από ένα κατακερματισμένο πληροφοριακό οικοσύστημα.

Η βαριά κληρονομιά της Μέρκελ…

Επιστρέφοντας στη Γερμανία, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να αποδοθούν όλα τα σημερινά προβλήματα στον Φρίντριχ Μερτς.

Πολλά από αυτά έχουν βαθύτερες ρίζες και οδηγούν στην εποχή της Άνγκελα Μέρκελ.

Η Μέρκελ –η πολιτική πατρίδα της οποίας είναι το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία– κυβέρνησε επί 16 χρόνια σε καθεστώς σχετικής σταθερότητας.

Αλλά προσοχή: η σταθερότητα αυτή αποτέλεσε εν μέρει προϊόν εξαιρετικά ευνοϊκών συνθηκών: φθηνή ρωσική ενέργεια, ισχυρή κινεζική ζήτηση για γερμανικά προϊόντα, αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.

Όλα αυτά γυρίζουν σήμερα μπούμερανγκ…

Η ενεργειακή εξάρτηση υπήρξε εντυπωσιακή: πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία προμήθευε περίπου το 55% του γερμανικού φυσικού αερίου, το 50% του λιθάνθρακα και το 35% του πετρελαίου.

Η Κίνα, από την άλλη, εξελίχθηκε σε κρίσιμη αγορά για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και τα μηχανήματα.

Σήμερα, η ίδια η κινεζική βιομηχανία ανταγωνίζεται τη Γερμανία ακριβώς στους κλάδους στους οποίους εκείνη οικοδόμησε την εξαγωγική υπεροχή της.

Και υπήρξε βεβαίως το 2015.

Σχεδόν ένα εκατομμύριο μετανάστες εισήλθαν εκείνη τη χρονιά στη Γερμανία. «Wir schaffen das» (θα τα καταφέρουμε) έλεγε η Άνγκελα Μέρκελ, εκτιμώντας ότι μπορεί να διαχειριστεί η χώρα της το τεράστιο αυτό μεταναστευτικό κύμα.

Δυστυχώς, η αισιόδοξη αυτή εκτίμηση δεν συνοδεύτηκε εξαρχής από επαρκή ευρωπαϊκή στρατηγική για τα σύνορα, τις επιστροφές, την κατανομή και την ενσωμάτωση.

Αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο πρόβλημα της κληρονομιάς της.

Η Μέρκελ αποδείχτηκε αναποτελεσματική στην πρόβλεψη της επόμενης δεκαετίας.

Η ίδια πολιτική που έδινε στη Γερμανία ευημερία έκρυβε στρατηγικές εξαρτήσεις.

Και η τελευταία Γερμανίδα καγκελάριος που διέθετε το πολιτικό βάρος για να δώσει μεγάλη ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση προτίμησε συνήθως τη διαχείριση και τις βολικές λύσεις από το άλμα προς τα εμπρός.

…και απέναντι, μια Γαλλία που παραπαίει

Αν η Γερμανία μάς ανησυχεί, τι να πει κανείς γι’ αυτό που έρχεται στη Γαλλία;

Στο τέλος του 2025, το γαλλικό δημόσιο χρέος ανερχόταν σε περίπου 3,46 τρισ. ευρώ, έναντι 3,10 τρισ. της Ιταλίας.

Το ίδιο το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το χρέος θα φθάσει περίπου στο 119,3% του ΑΕΠ το 2026.

Η πολιτική εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική.

Ο Εμανουέλ Μακρόν, εκπρόσωπος του Κέντρου, έχει πλέον χάσει τον έλεγχο του πολιτικού παιχνιδιού που είχε στην πρώτη προεδρική του θητεία.

Η κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση δυσκολεύεται να δημιουργήσει σταθερές πλειοψηφίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο προϋπολογισμός του 2026 τελικά θεωρήθηκε ψηφισμένος μόνον αφού η κυβέρνηση ενεργοποίησε το άρθρο 49.3 του Συντάγματος και επέζησε δύο προτάσεων μομφής.

Μιλάμε για τη δεύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη μοναδική πυρηνική δύναμη της ΕΕ!

Και όμως, η κυβέρνησή της δυσκολεύεται να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τη βασικότερη πράξη μιας κυβέρνησης: τον προϋπολογισμό.

Η πίεση δεν έρχεται μόνο από μία πλευρά.

Πρόσφατη δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του 2027 κατέγραψε την ισχυρή θέση της Μαρίν Λεπέν και, παράλληλα, τον Ζαν-Λικ Μελανσόν στη δεύτερη θέση στα περισσότερα σενάρια που εξετάστηκαν.

Η συμπίεση του Κέντρου πραγματοποιείται επομένως και από δεξιά και από αριστερά.

Το Κέντρο ως ψυχρό λογιστήριο

Γερμανία και Γαλλία μάς οδηγούν τελικά στο ίδιο ερώτημα.

Τι συνέβη στο ευρωπαϊκό πολιτικό Κέντρο;

Για δεκαετίες κέρδιζε επειδή υποσχόταν ασφάλεια, ευημερία, κοινωνική κινητικότητα και ευρωπαϊκή προοπτική.

Σταδιακά, όμως, άρχισε να μιλάει περισσότερο τη γλώσσα των δεικτών παρά τη γλώσσα της κοινωνίας: έλλειμμα, χρέος, spreads, δημοσιονομικοί κανόνες, ανταγωνιστικότητα, μεταρρυθμίσεις.

Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν συνιστούν, όμως, πολιτικό όραμα.

Ο πολίτης που φοβάται ότι το παιδί του θα ζήσει χειρότερα από τον ίδιο, ο εργάτης μιας γερμανικής βιομηχανικής πόλης που βλέπει το εργοστάσιο να συρρικνώνεται, ο Γάλλος της περιφέρειας που αισθάνεται ότι το Παρίσι δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή του, δεν ζητούν μόνο έναν ισοσκελισμένο πίνακα Excel.

Ζητούν να γνωρίζουν πού πηγαίνει η χώρα τους και ποια θέση έχουν οι ίδιοι μέσα σε αυτήν.

Εκεί βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αιτία της ευρωπαϊκής πολιτικής κρίσης.

Το Κέντρο, εκεί όπου κυβέρνησε για πολλά χρόνια, κινδύνευσε να μετατραπεί από πολιτική δύναμη σε ψυχρό λογιστήριο της εξουσίας.

Έμαθε να διαχειρίζεται, αλλά δυσκολεύτηκε να εμπνεύσει.

Έμαθε να υπολογίζει το κόστος κάθε απόφασης, αλλά όχι πάντοτε το κόστος της αδράνειας.

Έμαθε να εξηγεί στους πολίτες γιατί κάτι «δεν γίνεται», αφήνοντας στα άκρα το πολιτικά πανίσχυρο προνόμιο να τους υπόσχονται ότι όλα μπορούν να γίνουν.

Γι’ αυτό η άνοδος των άκρων δεν αντιμετωπίζεται με ύβρεις προς τους ψηφοφόρους τους ούτε μόνο με πολιτικά και θεσμικά τείχη.

Όταν ανεβαίνουν τα άκρα, το πρώτο ερώτημα που οφείλει να απευθύνει στον εαυτό του το Κέντρο δεν είναι «τι έπαθαν οι ψηφοφόροι;».

Είναι «τι κάναμε εμείς και δεν μας εμπιστεύονται πια;».

Και όσο δεν βρίσκει πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, η βελόνα στην Ευρώπη θα συνεχίσει να μετακινείται προς τα άκρα.

*Το άρθρο του Γρηγόρη Δημητριάδη δημοσιεύθηκε στο  Protagon.gr