Ο Νίκος Παπαϊωάννου μιλά στο «Μανιφέστο» αμέσως μετά την επίθεση του Ρουβίκωνα στο σπίτι του κοσμήτορα της Νομικής του ΑΠΘ, Παναγιώτη Γκλαβίνη.
Ζητάμε το σχόλιό του για αυτόν τον βανδαλισμό, χαρακτηρίζει θρασύδειλη την πράξη και την καταδικάζει απερίφραστα: «Ο τραμπουκισμός, οι απειλές και ο εκφοβισμός δεν έχουν θέση στη Δημοκρατία και στα πανεπιστήμια. Δεν φοβόμαστε και δεν υποχωρούμε. Η πολιτεία θα προστατεύσει τα στελέχη της ακαδημαϊκής κοινότητας και θα επιβάλει τον νόμο. Τέτοιου είδους φαινόμενα βίας είναι ακριβώς όσα κρατούσαν για δεκαετίες τα πανεπιστήμιά μας δέσμια. Αυτά τα άβατα της ανομίας εμείς τα σπάσαμε. Εξ ου και σήμερα δεν υπάρχει καμία ενεργή κατάληψη σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν φοβηθήκαμε τότε και δεν φοβόμαστε ούτε τώρα. Με σχέδιο, αποφασιστικότητα και σεβασμό στους φοιτητές, χτίζουμε ασφαλή πανεπιστήμια γνώσης, ελευθερίας και προοπτικής. Η εποχή της ανοχής στη βία έχει τελειώσει. Προχωράμε μπροστά, χωρίς εκπτώσεις», λέει ο υφυπουργός Παιδείαςκαι απαντά στα ερωτήματά μας για τα μείζονα θέματα της ύλης του, ξεδιπλώνοντας το όραμα για το μέλλον της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Τη χρονιά που πέρασε έλαβαν χώρα μεγάλες αλλαγές στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ποιο είναι το όραμα για τον ρόλο των ΑΕΙ τα επόμενα χρόνια;
Τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια ιστορική καμπή. Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες, διαθέτουμε όχι μόνο τη βούληση αλλά και τα εργαλεία, τους πόρους και το στρατηγικό σχέδιο για να τα μετασχηματίσουμε σε σύγχρονους, διεθνώς ανταγωνιστικούς οργανισμούς γνώσης, έρευνας και καινοτομίας. Πανεπιστήμια που δεν θα ακολουθούν απλώς τις εξελίξεις, αλλά θα τις διαμορφώνουν. Πανεπιστήμια που θα αποτελούν μοχλό ανάπτυξης για τη χώρα και εφαλτήριο προοπτικής για τους νέους και τις νέες μας.
Η επόμενη μέρα των ελληνικών ΑΕΙ δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις ή σε γενικόλογες διακηρύξεις. Απαιτεί συνεκτική στρατηγική, μετρήσιμους στόχους και σαφή προσανατολισμό: ισχυρή έρευνα, διεθνοποίηση, σύνδεση με την πραγματική οικονομία και αξιοποίηση των τεχνολογιών αιχμής. Σε αυτό το πλαίσιο, τρέχουν και τρία εμβληματικά έργα του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, τα «Πανεπιστήμια Αριστείας», η «Διεθνοποίηση εκπαιδευτικών υπηρεσιών των ΑΕΙ» και οι «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας», τα οποία βρίσκονται, θα λέγαμε, στον πυρήνα της εθνικής μας στρατηγικής για τα δημόσια πανεπιστήμια.
Τι προβλέπει το έργο των «Πανεπιστημίων Αριστείας» και ποια είναι η φιλοσοφία πίσω από αυτή τη μεγάλη επένδυση στην έρευνα και την εκπαίδευση;
Το έργο των «Πανεπιστημίων Αριστείας» αφορά την ενδυνάμωση της ερευνητικής δυναμικότητας των ελληνικών ΑΕΙ μέσω της ουσιαστικής αναβάθμισης των ερευνητικών τους υποδομών. Με συνολικό προϋπολογισμό 132.060.000 ευρώ, η επένδυση αυτή δεν περιορίζεται στην αγορά εξοπλισμού ή στην ανακαίνιση εργαστηρίων. Συνδέεται ρητά με την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης σε αποτελέσματα εφαρμοσμένης έρευνας και καινοτομίας.
Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη. Η δημόσια χρηματοδότηση οφείλει να μεταφράζεται σε απτά αποτελέσματα για την κοινωνία και την οικονομία. Σε νέες τεχνολογίες, σε πατέντες, σε spin-off εταιρείες, σε λύσεις που μπορούν να βρουν εφαρμογή στη βιομηχανία, στην υγεία, στην ενέργεια, στο περιβάλλον, στην αγροδιατροφή, στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Τα ελληνικά πανεπιστήμια διαθέτουν εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που έλειπε ήταν οι σύγχρονες υποδομές και η στοχευμένη ενίσχυση με όρους στρατηγικής απόδοσης.
Παράλληλα, αναγνωρίζοντας τη στενή και αδιαίρετη σχέση έρευνας και εκπαίδευσης, το έργο προβλέπει την ενίσχυση της απόκτησης ειδικού εκπαιδευτικού εξοπλισμού. Γιατί η ποιότητα της διδασκαλίας στα ΑΕΙ περνά μέσα από την επαφή των φοιτητών με τη σύγχρονη έρευνα, με τα πραγματικά εργαλεία και τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής γνώσης. Έτσι καλλιεργούνται δεξιότητες, έτσι διαμορφώνονται επιστήμονες με κριτική σκέψη και δημιουργικότητα.
Πώς αντιμετωπίζει το υπουργείο το ζήτημα της διεθνοποίησης των ελληνικών ΑΕΙ και ποια είναι τα αναμενόμενα οφέλη για τη χώρα;
Το έργο της «Διεθνοποίησης των ΑΕΙ», με προϋπολογισμό 96.919.192,52 ευρώ, απαντά σε μια χρόνια υστέρηση του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος, τη διεθνή του παρουσία. Στον 21ο αιώνα, κανένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι πραγματικά ανταγωνιστικό αν λειτουργεί με όρους εσωστρέφειας.
Η δημιουργία κοινών πτυχίων και μεταπτυχιακών προγραμμάτων με κορυφαία διεθνή πανεπιστήμια αποτελεί στρατηγική επιλογή. Δεν πρόκειται για απλές συνεργασίες, αλλά για ουσιαστικές συμπράξεις που αναβαθμίζουν το περιεχόμενο των σπουδών, ενισχύουν τη διεθνή κινητικότητα φοιτητών και διδασκόντων και καθιστούν τα ελληνικά ΑΕΙ πόλο έλξης για φοιτητές από το εξωτερικό.
Η διεθνοποίηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποτελεί εργαλείο ποιότητας. Είναι ο τρόπος να ενταχθούν τα ελληνικά πανεπιστήμια στα διεθνή δίκτυα γνώσης, να αυξήσουν την εξωστρέφειά τους και να συμβάλουν στην οικονομική και πολιτισμική διπλωματία της χώρας. Κάθε φοιτητής του εξωτερικού που επιλέγει την Ελλάδα, κάθε κοινό πρόγραμμα σπουδών που φέρει το όνομα ελληνικού πανεπιστημίου στο εξωτερικό, ενισχύει το κύρος της χώρας και δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη.
Με ποιον τρόπο οι «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας» συνδέουν τα πανεπιστήμια με την πραγματική οικονομία και τι σημαίνουν για τους νέους επιστήμονες και τη χώρα;
Το έργο «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας», με χρηματοδότηση 136.021.952 ευρώ, αποτελεί τον πιο καθαρό κρίκο σύνδεσης της ακαδημαϊκής έρευνας με την πραγματική οικονομία. Μέσα από συμπράξεις ερευνητικών ομάδων ελληνικών πανεπιστημίων με ιδιωτικές εταιρείες, επιδιώκεται η ανάπτυξη καινοτόμων, διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, με έμφαση στις τεχνολογίες αιχμής.
Τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία, προηγμένα υλικά, πράσινες και ψηφιακές τεχνολογίες, εφαρμογές στην υγεία και τη βιομηχανία, είναι μερικά από τα πεδία που η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να έχει λόγο. Οι συμπράξεις αυτές δεν υποκαθιστούν τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Τον ενισχύουν, δημιουργώντας διαύλους μεταφοράς γνώσης, καινοτομίας και τεχνογνωσίας προς την οικονομία.
Για τους φοιτητές και τους νέους ερευνητές, αυτό μεταφράζεται σε πραγματικές ευκαιρίες, όπως η συμμετοχή σε εφαρμοσμένα έργα, η επαφή με την αγορά εργασίας, οι προοπτικές απασχόλησης σε δυναμικούς κλάδους. Για τη χώρα, σημαίνει αύξηση της προστιθέμενης αξίας, συγκράτηση ταλέντων και αντιστροφή του brain drain.
Πώς συνδέεται η συνολική αυτή στρατηγική για τα δημόσια πανεπιστήμια με την αντιμετώπιση του brain drain;
Όσον αφορά την αντιστροφή του brain drain, στον πυρήνα της στρατηγικής του υπουργείου Παιδείας βρίσκεται ο πιο κρίσιμος παράγοντας, το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Οι φοιτητές, οι νέοι επιστήμονες, οι ερευνητές που για χρόνια αναγκάστηκαν να αναζητήσουν ευκαιρίες εκτός Ελλάδας. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει θέσει ως κεντρικό στόχο τη δημιουργία συνθηκών που δεν αναχαιτίζουν απλώς το brain drain, αλλά διαμορφώνουν ένα ουσιαστικό και βιώσιμο brain gain.
Μέσα από την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας, τη σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας και τη δημιουργία πραγματικών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης, τα οποία αναλύθηκαν παραπάνω, τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ μετατρέπονται σε χώρους ευκαιρίας και δημιουργίας. Οι νέοι επιστήμονες δεν καλούνται πια να επιλέξουν ανάμεσα στην ακαδημαϊκή πορεία και την απασχόληση, αλλά έχουν τη δυνατότητα να συνδυάσουν τη γνώση με την έρευνα και την παραγωγή.
Τα πανεπιστήμια γίνονται κόμβοι που παράγουν όχι μόνο πτυχία, αλλά δεξιότητες, καινοτομία και αυτοπεποίθηση. Έτσι διαμορφώνεται μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στη νέα γενιά και στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Μια σχέση που αποτελεί θεμέλιο για τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Πώς εντάσσεται η ανώτατη εκπαίδευση στον συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας και ποιο είναι εν γένει το πολιτικό μήνυμα της κυβερνητικής αυτής στρατηγικής;
Τα έργα αυτά που αναλύθηκαν ανωτέρω, καθώς και η συνολική στρατηγική για το μέλλον της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δεν αποτελούν μεμονωμένες παρεμβάσεις ούτε αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις. Συνιστούν τον πυρήνα ενός νέου οικοσυστήματος γνώσης, έρευνας και ανάπτυξης που οικοδομεί με συνέπεια και σχέδιο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια.
Ένα οικοσύστημα που απαντά στις προκλήσεις της εποχής, αλλά και στις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Εξ ου και, όπως εξήγγειλε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η κυβέρνηση επεξεργάζεται αυτή τη στιγμή το σχέδιο ώστε να δημιουργηθεί μετά τις εκλογές ένα νέο υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας.
Έτσι, η Ανώτατη Εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός πυλώνας εθνικής ανάπτυξης. Η έρευνα και η καινοτομία δεν αποτελούν πλέον συμπληρωματικές δραστηριότητες των ΑΕΙ, αλλά βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής τους. Με στοχευμένες επενδύσεις, με σαφή προσανατολισμό στην εφαρμογή και με αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, τα πανεπιστήμια καλούνται να παράγουν γνώση που μετατρέπεται σε προστιθέμενη αξία, σε νέες θέσεις εργασίας, σε διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες.
σύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με την αγορά εργασίας αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή, ως μια αναγκαία συνθήκη προόδου. Έτσι διαμορφώνεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου η γνώση παραμένει δημόσιο αγαθό, αλλά αξιοποιείται προς όφελος της κοινωνίας. Το υπογραμμίζω συχνά και το πιστεύω ακράδαντα: Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να καταστεί ακαδημαϊκός κόμβος γνώσης και έρευνας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επενδύει συνειδητά στην ποιότητα, την εξωστρέφεια και την αξιοκρατία, έχοντας το θάρρος να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες που κρατούσαν τα δημόσια πανεπιστήμια δέσμια στο παρελθόν. Πανεπιστήμια απαλλαγμένα από τα βάρη της αδράνειας, με σαφές και λειτουργικό ακαδημαϊκό πλαίσιο, με κανόνες που διασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία τους, την ανώτατη διάρκεια φοίτησης και την ασφάλεια φοιτητών, διδασκόντων και εργαζομένων.
Επιλέγουμε να στηρίξουμε τα δημόσια ΑΕΙ όχι με όρους συντήρησης, αλλά με όρους ουσιαστικής μεταρρύθμισης και προοπτικής, θέτοντας τέλος σε στρεβλώσεις που υπονόμευαν την ακαδημαϊκή ποιότητα των σπουδών. Με σχέδιο, με επαρκείς πόρους και με εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο δυναμικό των πανεπιστημίων, διαμορφώνουμε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που υπηρετεί τον ενεργό φοιτητή, την αριστεία και τον δημόσιο χαρακτήρα της γνώσης, σε συνθήκες ελευθερίας, ασφάλειας και ευθύνης.
Το νέο αυτό οικοσύστημα γνώσης, λοιπόν, δεν αφορά μόνο τα πανεπιστήμια. Αφορά το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, τη συγκράτηση και επιστροφή ταλέντων, την ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας. Αφορά μια Ελλάδα που επενδύει στους ανθρώπους της, που πιστεύει στη δύναμη της παιδείας και που διεκδικεί τη θέση της σε έναν κόσμο διαρκούς ανταγωνισμού και ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών.


