Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προαναγγέλλει μόνιμο φόρο στα υπερκέρδη, αλλά αφήνει αναπάντητα τα κρίσιμα ερωτήματα για το ποιος, πώς και πότε θα τον επιβάλλει.

Με ένα ακόμη σύνθημα που ακούγεται ευχάριστα στην κοινωνία, αλλά απαιτεί πολύ περισσότερες απαντήσεις για να μετατραπεί σε εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση, εμφανίστηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης, προαναγγέλλοντας από τη συνέντευξή του στο OPEN τον μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης των «υπερκερδών» των ολιγοπωλίων. Η εξαγγελία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής οικονομικής συζήτησης. Μόνο που, μέχρι στιγμής, περισσότερο μοιάζει με πολιτική συσκευασία της αγανάκτησης για την ακρίβεια παρά με ολοκληρωμένη πρόταση οικονομικής πολιτικής.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος θέλει να φορολογούνται τα υπερκέρδη. Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι της συζήτησης. Το δύσκολο είναι να ορίσει με ακρίβεια τι συνιστά «υπερκέρδος», ποιο περιθώριο κέρδους θεωρείται «αδικαιολόγητο», ποια ανεξάρτητη αρχή θα το διαπιστώνει, με ποια μεθοδολογία και χωρίς να μετατρέπεται η φορολογία σε εργαλείο πολιτικής κατά βούληση.

Επενδύοντας στην ασάφεια 

Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει βρει έναν πολιτικά εύηχο όρο: «υπερκέρδη». Μόνο που η οικονομία δεν λειτουργεί με όρους τηλεοπτικού συνθήματος. Μια επιχείρηση δεν φορολογείται επειδή κάποιος πολιτικός θεωρεί ότι «κερδίζει πολλά», αλλά με βάση αντικειμενικά, μετρήσιμα και εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια. Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα για την πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Τι είναι «αδικαιολόγητη διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους»; Σε ποια περίοδο θα συγκρίνεται; Με ποιον κλάδο; Με ποια ευρωπαϊκά δεδομένα; Θα λαμβάνεται υπόψη το κόστος ενέργειας, μεταφορών, πρώτων υλών, χρηματοδότησης, μισθοδοσίας και αποθεμάτων; Και κυρίως: ποιος θα αποφασίζει ότι το κέρδος είναι υπερβολικό; Η επίκληση των ανεξάρτητων αρχών δεν απαντά στο ερώτημα. Το μεταθέτει. Και μάλιστα σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πεδίο, όπου η φορολογική επιβάρυνση πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς κανόνες και όχι σε πολιτικές εκτιμήσεις.

Ακόμη μεγαλύτερο είναι το κενό όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να συνδέσει ευθέως την ακρίβεια με τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Προφανώς υπάρχουν αγορές στις οποίες ο ανταγωνισμός μπορεί να είναι ανεπαρκής και προφανώς η αισχροκέρδεια, όταν αποδεικνύεται, πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όμως άλλο αυτό και άλλο η γενίκευση ότι επειδή ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα, η διαφορά αποτελεί αυτομάτως «υπερκέρδος» κάποιου ολιγοπωλίου. Η τελική τιμή δεν είναι λογιστικά ταυτόσημη με το περιθώριο κέρδους. Και η σύγκριση ότι «συγκεκριμένα προϊόντα και υπηρεσίες είναι 23% πάνω από την Ευρωζώνη» χρειάζεται πολύ περισσότερη ανάλυση από έναν εντυπωσιακό αριθμό. Ποια προϊόντα; Σε ποια κατηγορία; Με ποια στάθμιση; Ποια είναι η φορολογία, το εργατικό κόστος, η παραγωγικότητα, η αγορά ακινήτων και το κόστος διανομής; Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται επειδή βαφτίζουμε τη διαφορά τιμής υπερκέρδος. Αυτή είναι η εύκολη πολιτική ανάγνωση και όχι κατ’ ανάγκη η οικονομική εξήγηση.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στο «δικαίωμα προαίρεσης» για τους δανειολήπτες. Ο Ανδρουλάκης σπεύδει σωστά να διευκρινίσει ότι δεν μιλά για στρατηγικούς κακοπληρωτές και ότι αφορά ανθρώπους που έχουν πληρώσει μέρος του δανείου και διαθέτουν εξασφαλίσεις. Αλλά και εδώ η πολιτική εξαγγελία προηγείται της απάντησης στα πρακτικά ερωτήματα. Πώς αποτιμάται το ακίνητο; Ποιος καθορίζει την «τιμή» του δανείου; Τι γίνεται όταν υπάρχουν περισσότερες εξασφαλίσεις ή περισσότεροι οφειλέτες; Τι συμβαίνει με τα δάνεια που έχουν τιτλοποιηθεί; Πώς προστατεύεται η ασφάλεια δικαίου για τις συναλλαγές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί; Και, κυρίως, ποιος θα αναλάβει το κόστος όταν η πολιτική παρέμβαση μετατρέπεται σε οικονομική ζημία για τον επενδυτή; Το να λες ότι ο δανειολήπτης θα μπορεί να καταθέσει προσφορά «πάνω από την τιμή που το έχει πάρει το fund» ακούγεται απλό. Η πραγματική αγορά των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, όμως, μόνο απλή δεν είναι.

Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στην ουσία της πολιτικής πρότασης Ανδρουλάκη: πολύ εύκολες διαπιστώσεις, πολύ δύσκολες εφαρμογές. «Υπερκέρδη», «ολιγοπώλια», «ακρίβεια», «funds», «εκβιασμοί» είναι λέξεις που παράγουν πολιτικό αποτέλεσμα, ιδίως όταν απευθύνονται σε μια κοινωνία που πράγματι πιέζεται από το κόστος ζωής και το ιδιωτικό χρέος. Όμως η σοβαρή πολιτική δεν τελειώνει στη διάγνωση ούτε στην καταγγελία. Αρχίζει ακριβώς μετά: στους κανόνες, στους αριθμούς, στις δικλίδες ασφαλείας και στην απόδειξη ότι μια πρόταση μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που υποτίθεται ότι λύνει. Ο Ανδρουλάκης έχει χρόνο μέχρι τη ΔΕΘ να παρουσιάσει τις λεπτομέρειες. Εκεί θα φανεί αν πίσω από τον εύηχο τίτλο του «μόνιμου μηχανισμού φορολόγησης των υπερκερδών» υπάρχει πραγματική οικονομική πρόταση ή ακόμη ένα πολιτικό σύνθημα φτιαγμένο για να ακούγεται καλά στα τηλεοπτικά παράθυρα.