Στο τρίτο βίντεο-ντοκιμαντέρ για την ΕΛ.Α.Σ., ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί έναν ακόμη απολογισμό, μιλά για λάθη και εμφανίζεται αποφασισμένος να ξαναδοκιμάσει. Αυτή τη φορά, όπως υπόσχεται κάθε πολιτική επανεκκίνηση που σέβεται τον εαυτό της, θα είναι αλλιώς.

Με το τρίτο πολιτικό ντοκιμαντέρ ολοκληρώνεται η τριλογία που συνοδεύει την ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, με τον Αλέξη Τσίπρα να επιστρέφει μπροστά στην κάμερα για έναν ακόμη γύρο πολιτικής αυτοκριτικής, υπαρξιακού προβληματισμού και αναζήτησης των κατάλληλων θεμελίων. Αυτή τη φορά, άλλωστε, το ζητούμενο είναι να κρατήσει.

Τα πλάνα από την ιδρυτική εκδήλωση στο Θησείο εναλλάσσονται με μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετέχουν στο νέο εγχείρημα, οι οποίοι συγκλίνουν στην ανάγκη για ένα νέο πολιτικό «εμείς». Ένα «εμείς» που καλείται να αντιμετωπίσει την κοινωνική αδικία, την απογοήτευση και την αδιαφορία, αλλά προηγουμένως θα πρέπει μάλλον να λύσει και το διαχρονικό πρόβλημα του προοδευτικού χώρου: ποιοι ακριβώς είναι μέσα, ποιοι είναι απέξω και πότε ακριβώς αρχίζει η επόμενη νέα αρχή.

Η αυτοκριτική, το άλμα και τα «πράγματα»

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να περιγράψει τη σχέση του με το πολιτικό παρελθόν μέσα από μια αθλητική παρομοίωση.

«Φαντάζομαι ένας αθλητής όταν πάει να κάνει ένα άλμα, αυτό που τον φοβίζει είναι ότι δεν θα περάσει τον πήχη», αναφέρει, πριν προχωρήσει στην πολυαναμενόμενη συνάντηση με την αυτοκριτική.

«Υπήρχαν και πράγματα που θα έπρεπε να έχουν γίνει αλλιώς. Υπήρχαν πράγματα που δεν καταφέραμε να κάνουμε ή πράγματα που κάναμε λάθος», σημειώνει.

Η διατύπωση έχει το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα ότι χωράει σχεδόν τα πάντα και, ταυτόχρονα, δεν δεσμεύεται ιδιαίτερα με τίποτα. Υπήρχαν «πράγματα». Κάποια δεν έγιναν. Κάποια έγιναν λάθος. Κάποια έπρεπε να γίνουν αλλιώς. Το ποια ήταν αυτά τα πράγματα, ποιος τα έκανε, γιατί έγιναν και τι ακριβώς κόστισαν, φαίνεται πως παραμένει υλικό για πιθανό τέταρτο ντοκιμαντέρ.

Η αυτοκριτική, πάντως, υπάρχει. Έστω και σε μορφή γενικού απολογισμού, ώστε ο καθένας να μπορεί να βάλει μέσα ό,τι θεωρεί ότι αφορά τον ίδιο και ό,τι θεωρεί ότι αφορά κάποιον άλλον.

Το μεγάλο ζητούμενο: να κρατήσει αυτή τη φορά

Το σημείο στο οποίο ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται περισσότερο προβληματισμένος αφορά τη διάρκεια της νέας προσπάθειας.

«Αυτό που εμένα με βασανίζει είναι η ανάγκη να επιχειρήσουμε σε στέρεες βάσεις αυτή τη νέα προσπάθεια να έχει διάρκεια», λέει χαρακτηριστικά.

Πρόκειται για μια απολύτως κατανοητή αγωνία. Όταν μια πολιτική διαδρομή έχει περάσει από κυβερνητική θητεία, εκλογικές ήττες, εσωκομματικές συγκρούσεις, αποχωρήσεις, διασπάσεις, ανασυνθέσεις και τώρα σε μια νέα πολιτική εκκίνηση, η έννοια της διάρκειας αποκτά αναπόφευκτα ιδιαίτερη αξία.

Η ΕΛ.Α.Σ. φιλοδοξεί, λοιπόν, να χτιστεί σε «στέρεες βάσεις». Το ερώτημα, φυσικά, είναι τι ακριβώς συνέβη στις προηγούμενες βάσεις, οι οποίες κάποτε παρουσιάζονταν επίσης ως αρκετά ισχυρές για να σηκώσουν ένα ολόκληρο πολιτικό σχέδιο.

Αυτή τη φορά, πάντως, φαίνεται ότι έχει γίνει η σχετική διάγνωση. Υπήρξαν λάθη. Υπήρχαν πράγματα. Και τώρα θα μπουν πιο στέρεες βάσεις. Αν μη τι άλλο, η πολιτική μηχανική έχει αποκτήσει κεντρική θέση στο νέο εγχείρημα.

Ένα νέο «εμείς» μέχρι νεωτέρας

Στο ντοκιμαντέρ, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και διαδρομών μιλούν για την ανάγκη της συλλογικής πολιτικής δράσης.

«Μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μαζί με άλλους», αναφέρει μία από τις συμμετέχουσες, ενώ άλλοι στέκονται στην κοινωνική αδικία, στην απογοήτευση και στην ανάγκη να επιστρέψουν οι πολίτες στα κοινά.

Το νέο πολιτικό «εμείς» παρουσιάζεται ως η απάντηση στην απομόνωση και την παραίτηση. Μένει μόνο να αποδειχθεί πόσο μεγάλο θα είναι, πόσο συμπαγές και, κυρίως, πόσο θα αντέξει πριν εμφανιστεί η ανάγκη για ένα ακόμη, ακόμη νεότερο και περισσότερο ανανεωμένο «εμείς».

Άλλωστε, η αναζήτηση της μεγάλης προοδευτικής συμμαχίας έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία του χώρου. Οι συμμαχίες αλλάζουν, τα σχήματα αναδιαμορφώνονται, οι τίτλοι ανανεώνονται, όμως η αναζήτηση συνεχίζεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια.

«Μόνο με τη συμμετοχή μπορείς να αλλάξεις πράγματα», τονίζεται στο ντοκιμαντέρ. Το ζήτημα είναι ότι, στην ελληνική Αριστερά ειδικά, η συμμετοχή έχει συχνά το μειονέκτημα ότι συνοδεύεται από πολλές και διαφορετικές απόψεις για το τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει και ποιος θα έχει την ευθύνη όταν η αλλαγή δεν εξελιχθεί όπως είχε σχεδιαστεί.

Ο φόβος της αδιαφορίας και η μνήμη που δυσκολεύεται

Ιδιαίτερη θέση έχει η ανησυχία για την κοινωνική αδιαφορία και την αντίληψη ότι «όλοι ίδιοι είναι» και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.

Οι συμμετέχοντες περιγράφουν τον φόβο μιας κοινωνίας χαμηλών προσδοκιών, όπου οι πολίτες παραιτούνται και αφήνουν άλλους να καθορίζουν τις εξελίξεις. Πρόκειται για μια διαπίστωση που, βεβαίως, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο που βρέθηκε στην εξουσία ακριβώς υποσχόμενος ότι θα αλλάξει όσα μέχρι τότε θεωρούνταν αμετάβλητα.

«Η πολιτική είναι να διευρύνεις τα όρια του εφικτού», ακούγεται στο ντοκιμαντέρ.

Η φράση είναι πράγματι χρήσιμη, ιδίως αν συνοδεύεται από μια μικρή υποσημείωση για το ότι τα όρια του εφικτού έχουν μια αξιοσημείωτη τάση να στενεύουν όταν έρχεται η ώρα της διακυβέρνησης και να διευρύνονται ξανά όταν ξεκινά η επόμενη πολιτική προσπάθεια.

Από τη σιωπή στην επόμενη επανεκκίνηση

Το καταληκτικό μήνυμα του ντοκιμαντέρ είναι μια πρόσκληση για ενεργοποίηση. «Να αρχίσουμε να φωνάζουμε, να αρχίσουμε να ξαναμιλάμε και να αρχίσουμε να ξανακάνουμε πράγματα μαζί», λένε οι πρωταγωνιστές του εγχειρήματος.

Για τον Αλέξη Τσίπρα, η νέα προσπάθεια αποτελεί προφανώς μια νέα ευκαιρία. Μια ακόμη πολιτική εκκίνηση, αυτή τη φορά με περισσότερη αυτογνωσία, πιο στέρεες βάσεις και, θεωρητικά τουλάχιστον, μεγαλύτερη διάρκεια.

Το αν η νέα αρχή θα αποδειχθεί πράγματι διαφορετική ή αν θα προστεθεί απλώς στον μακρύ κατάλογο των επανιδρύσεων, των ανασυνθέσεων και των «νέων ξεκινημάτων» της ελληνικής Αριστεράς, θα το δείξει ο χρόνος και, κάποια στιγμή, η κάλπη.

Προς το παρόν, πάντως, ο πήχης έχει τεθεί. Ο Αλέξης Τσίπρας φοβάται μήπως δεν τον περάσει. Με βάση την πείρα των προηγούμενων προσπαθειών, το ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στο αν αυτή τη φορά θα γίνει το άλμα ή αν, όταν έρθει η ώρα, θα διαπιστώσουμε ξανά ότι ο πήχης τελικά είχε τοποθετηθεί σε λάθος σημείο.