Η κυβέρνηση επιχειρεί να διευρύνει την επαγγελματική ασφάλιση, δίνοντας μεγαλύτερα φορολογικά κίνητρα σε όσους επιλέγουν να αποταμιεύουν μέρος του εισοδήματός τους σε μακροχρόνια βάση.

Το νέο πλαίσιο αφορά τόσο τους εργαζομένους όσο και τους αυτοαπασχολούμενους. Η λογική του βασίζεται στη συστηματική καταβολή εισφορών, οι οποίες στη συνέχεια επενδύονται μέσω των επαγγελματικών ταμείων.

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η συμμετοχή σε ένα επαγγελματικό ασφαλιστικό πρόγραμμα θα μπορεί να προσφέρεται από τις επιχειρήσεις ως πρόσθετη παροχή προς το προσωπικό τους.

Έως το 35% του μεικτού μισθού στον επενδυτικό «κουμπαρά»

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά το ύψος του εισοδήματος που θα μπορεί να διοχετεύεται στην επαγγελματική ασφάλιση με φορολογικό όφελος.

Οι εργαζόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να αφαιρούν από το φορολογητέο εισόδημά τους ποσό που φτάνει έως το 35% των μεικτών αποδοχών.

Τα χρήματα αυτά δεν θα αποτελούν άμεσα διαθέσιμο εισόδημα. Θα κατευθύνονται σε μακροχρόνιες επενδύσεις, κυρίως μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή άλλων επενδυτικών επιλογών που διαθέτουν τα επαγγελματικά ταμεία.

Με αυτόν τον μηχανισμό, κάθε ασφαλισμένος θα μπορεί να δημιουργεί σταδιακά έναν προσωπικό αποταμιευτικό λογαριασμό. Μετά τη συνταξιοδότησή του, το κεφάλαιο θα μπορεί να επιστραφεί είτε ως εφάπαξ ποσό είτε με τη μορφή δεύτερης σύνταξης.

Χαμηλότερη φορολογία όταν έρθει η ώρα της είσπραξης

Τα φορολογικά κίνητρα δεν αφορούν μόνο την περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος καταβάλλει τις εισφορές του. Ευνοϊκότερο καθεστώς προβλέπεται και κατά την είσπραξη των χρημάτων.

Στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος επιλέξει εφάπαξ καταβολή, ο φόρος προβλέπεται να διαμορφώνεται:

  • στο 10% για συνταξιοδότηση μεταξύ 62 και 67 ετών,
  • στο 5% για αποχώρηση μετά την ηλικία των 67 ετών.

Εάν επιλεγεί η καταβολή συμπληρωματικής σύνταξης, η φορολόγηση προβλέπεται:

  • στο 5% ετησίως για συνταξιοδότηση πριν από τα 67,
  • στο 2,5% ετησίως για συνταξιοδότηση μετά τα 67.

Οι συντελεστές αυτοί είναι αισθητά χαμηλότεροι σε σχέση με τη φορολογική επιβάρυνση που μπορεί να ισχύει σήμερα για κύριες και επικουρικές συντάξεις. Ανάλογα με το συνολικό εισόδημα, οι αντίστοιχοι συντελεστές μπορούν να κινηθούν από 20% έως 39%.

Η δεύτερη σύνταξη και η πίεση στα εισοδήματα

Η ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης συνδέεται με δύο βασικά προβλήματα: τις χαμηλότερες αποδοχές αρκετών νέων συνταξιούχων και την περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών.

1. Οι νέες συντάξεις και η απώλεια εισοδήματος

Ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερες παροχές για αρκετούς νέους συνταξιούχους. Η μέση νέα σύνταξη βρίσκεται πλέον κάτω από τα 900 ευρώ μεικτά.

Αυτό σημαίνει ότι για πολλούς εργαζομένους η αποχώρηση από την αγορά εργασίας συνοδεύεται από αισθητή μείωση του μηνιαίου εισοδήματος.

Μέσω της επαγγελματικής ασφάλισης επιχειρείται να δημιουργηθεί μια δεύτερη πηγή εσόδων για τα χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση.

2. Το πρόβλημα της χαμηλής αποταμίευσης

Την ίδια στιγμή, η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Πολλές οικογένειες διαθέτουν περιορισμένα οικονομικά αποθέματα, έπειτα και από τη μακρά περίοδο οικονομικών πιέσεων.

Το νέο μοντέλο επιχειρεί να στρέψει περισσότερους πολίτες στη σταθερή αποταμίευση. Η βασική ιδέα είναι ότι ακόμη και μικρότερα ποσά μπορούν, όταν καταβάλλονται συστηματικά για πολλά χρόνια, να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός σημαντικού κεφαλαίου.

Πώς θα λειτουργεί το σύστημα στην πράξη

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα εργαζομένου με μεικτό μισθό 2.000 ευρώ.

Με τα σημερινά δεδομένα, ο εργαζόμενος λαμβάνει περίπου 1.484 ευρώ καθαρά, ενώ από τον μισθό του παρακρατούνται:

  • 267 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές,
  • 248 ευρώ για φόρο εισοδήματος.

Εάν εργαζόμενος και εργοδότης συμφωνήσουν να κατευθύνεται το 10% του μεικτού μισθού, δηλαδή 200 ευρώ κάθε μήνα, σε επαγγελματικό ταμείο, οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν στο ίδιο επίπεδο.

Αλλάζει, όμως, το φορολογητέο εισόδημα. Ως αποτέλεσμα, ο φόρος υποχωρεί από τα 248 ευρώ περίπου στα 192 ευρώ.

Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές διαμορφώνονται έτσι κοντά στα 1.341 ευρώ.

Στην πράξη, ο εργαζόμενος έχει περίπου 143 ευρώ λιγότερα διαθέσιμα κάθε μήνα. Την ίδια στιγμή, όμως, 200 ευρώ κατατίθενται στον επενδυτικό του λογαριασμό για τη μελλοντική του σύνταξη.

Τι μπορεί να αποδώσει η μακροχρόνια αποταμίευση

Το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της επένδυσης και τις αποδόσεις.

Εάν ένας εργαζόμενος επενδύει 200 ευρώ τον μήνα για 30 χρόνια, με μέση ετήσια απόδοση περίπου 4%, το κεφάλαιο θα μπορούσε να φτάσει περίπου τις 138.810 ευρώ.

Η συγκεκριμένη απόδοση, ωστόσο, δεν είναι εγγυημένη.

Όπως συμβαίνει με κάθε επενδυτική επιλογή, υπάρχει και κίνδυνος απώλειας μέρους του κεφαλαίου. Το τελικό ποσό επηρεάζεται από την πορεία των αγορών, την ποιότητα της επενδυτικής διαχείρισης και τις επιλογές του εκάστοτε επαγγελματικού ταμείου.

Το κεφάλαιο που θα συγκεντρωθεί θα μπορεί στη συνέχεια να δοθεί στον ασφαλισμένο ως εφάπαξ ή να μετατραπεί σε συμπληρωματική σύνταξη, με το προβλεπόμενο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς.

Τι αλλάζει για μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους

Το νέο πλαίσιο διευρύνει σημαντικά τα σημερινά όρια των φορολογικά αναγνωριζόμενων εισφορών.

Για τους μισθωτούς, το ανώτατο όριο αυξάνεται από το 20% στο 35% του μισθού.

Για τους αυτοαπασχολούμενους, το ετήσιο πλαφόν ανεβαίνει από τις 20.000 ευρώ στις 35.000 ευρώ.

Μεγαλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των φορολογικών κινήτρων θα έχουν όσοι βρίσκονται σε υψηλότερες εισοδηματικές κλίμακες. Και αυτό επειδή μπορούν να διαθέσουν μεγαλύτερα ποσά για μακροχρόνια επένδυση και να επωφεληθούν περισσότερο από τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματος.

Στόχος να διευρυνθεί η επαγγελματική ασφάλιση

Τα επαγγελματικά ταμεία λειτουργούν ήδη στην Ελλάδα, ωστόσο η συμμετοχή σε αυτά παραμένει περιορισμένη.

Με τις νέες ρυθμίσεις επιδιώκεται να αυξηθεί ο αριθμός των ασφαλισμένων και να αποκτήσουν πρόσβαση περισσότερες επιχειρήσεις και εργαζόμενοι.

Στις δυνατότητες που εξετάζονται περιλαμβάνονται η συμμετοχή μικρότερων επιχειρήσεων, η δημιουργία ομαδικών συνταξιοδοτικών ασφαλιστικών προϊόντων από την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά και η ίση φορολογική μεταχείριση αυτών των προγραμμάτων με τα επαγγελματικά ταμεία.

Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όσο αυξάνεται ο αριθμός των εργαζομένων που, περνώντας στη σύνταξη, βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο εισόδημα που είχαν κατά τον εργασιακό τους βίο και σε αυτό που λαμβάνουν μετά την αποχώρησή τους.

Ο ρόλος των επιχειρήσεων και των συλλογικών συμβάσεων

Καθοριστική παράμετρος για την εξάπλωση του μοντέλου θεωρείται η συμμετοχή των επιχειρήσεων και η ένταξη σχετικών προβλέψεων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα μπορεί να λειτουργήσει ως επιπλέον παροχή προς τους εργαζομένους. Στη χρηματοδότησή του θα μπορούν να συμμετέχουν τόσο ο εργοδότης όσο και ο εργαζόμενος.

Παράλληλα, υπάρχει η δυνατότητα σύνδεσης αυτών των προγραμμάτων με άλλες εταιρικές παροχές. Μεταξύ αυτών είναι η ιδιωτική κάλυψη υγείας ή η αποζημίωση δαπανών που δεν καλύπτονται από το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.

Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης, ώστε περισσότεροι εργαζόμενοι να δημιουργούν πρόσθετο κεφάλαιο πριν φτάσουν στη συνταξιοδότηση. Το οικονομικό αποτέλεσμα, πάντως, θα εξαρτάται από το ύψος και τη διάρκεια των εισφορών, αλλά και από την πορεία των επενδύσεων.