Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η δημόσια συζήτηση που έχει ξεκινήσει δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από τη διαφήμισή του.

Δεν μπορούμε να πάμε έτσι μέχρι τις παραμονές των εκλογών, σχολιάζοντας τα «πολιτικά σχέδια» ενός καταδικασμένου για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να μετάσχει στην ηγεσία πολιτικού κόμματος, έστω και κρυμμένος πίσω από κάποιον άλλον. Ούτε μπορούμε να περιμένουμε την ώρα που ο Αρειος Πάγος θα αποφανθεί για ένα τέτοιο κόμμα, ενώ ο Κασιδιάρης θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας σε απευθείας σύνδεση.

Και το κυριότερο: δεν είναι αποδεκτές απόψεις που απενεχοποιούν την ψήφο τόσο προς την Ακροδεξιά και τον ναζισμό όσο και προς μια εγκληματική οργάνωση που χρησιμοποίησε ως μανδύα κάποια «ιδεολογία» για να εισέλθει στη Βουλή, όπως συνέβη με τη Χρυσή Αυγή.

Η δήλωση Κασιδιάρη

«Σας είχα δώσει μια υπόσχεση πως μόλις περάσω αυτή την πύλη δεν θα επιστρέψω μόνο στην ελευθερία αλλά και στην πρώτη γραμμή των εθνικών αγώνων.

»Σήμερα επιστρέφω και δεν είμαι μόνος, είναι μαζί μου ένα νέο ισχυρό εθνικό κόμμα, όπως αυτά που κυριαρχούν σε όλη την Ευρώπη.

»Σκοπός μου είναι να απαλλαγεί η χώρα από την πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Βλέπω στην τηλεόραση τους πολιτικούς πώς κλαίγονται και συνωμοτούν και λένε ότι δεν πρέπει να με αφήσουν να επιστρέψω στη Βουλή.

»Δεν αποφασίζουν αυτοί. Στη δημοκρατία, όμως, ένας είναι ο κριτής, ο κυρίαρχος λαός, εσείς οι σκεπτόμενοι Ελληνες πολίτες».

Αυτή ήταν η δήλωση Κασιδιάρη που ακούσαμε σε απευθείας μετάδοση.

Αν τώρα αρχίσουμε να συζητούμε τα «αίτια» που οδηγούν τμήμα της κοινωνίας σε τέτοιου είδους μορφώματα, τότε απλά θα τους προσφέρουμε ηθική νομιμοποίηση. Πρώτον, διότι δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τα αίτια. Τα γνωρίζουμε. Είναι το μίσος και η γλώσσα του μίσους, η οποία δεν υπάρχει μόνο στο Διαδίκτυο, αλλά και στις επίσημες πολιτικές δηλώσεις. Τις οποίες μετέφερε αυτούσιες ο Κασιδιάρης, μιλώντας για την «πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης». Ποιοι τα λένε αυτά;

Η αντιπολίτευση έδωσε τα επιχειρήματα στον Κασιδιάρη

«Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είμαστε η εναλλακτική για τον τόπο μιας φθαρμένης, διεφθαρμένης και αποτυχημένης κυβέρνησης», δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας στις 28 Αυγούστου, στη συνεδρίαση των τομεαρχών του νέου κόμματός του στη Θεσσαλονίκη. Νωρίτερα, στις 9 Ιουλίου, στη συγκέντρωσή του στο Περιστέρι, είχε μιλήσει για «μια κυβέρνηση η οποία είναι βαθιά διεφθαρμένη και μια κυβέρνηση που έχει παραγάγει πολύ περισσότερες ανισότητες απ’ όσο μπορεί να αντέξει το σώμα αυτής της κοινωνίας». Στην «πιο κυνική και διεφθαρμένη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης» είχε αναφερθεί ο Τσίπρας σε άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 18 Απριλίου 2026.

Για την «πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης» μιλά η Ρένα Δούρου σε συνέντευξή της στην «Αυγή της Κυριακής» στις 26 Ιουλίου 2026. Για «διεφθαρμένη και επικίνδυνη κυβέρνηση της Δεξιάς» μίλησε και ο Φάμελλος στο μήνυμα της παραίτησής του. «Εχουμε μια βαθιά διεφθαρμένη κυβέρνηση, που επιλέγει την ατιμωρησία και τα παιχνίδια με τους θεσμούς», είχε πει και ο Ν. Ανδρουλάκης στις 7 Απριλίου 2026 στον ΣΚΑΪ. Και δεν ήταν η μοναδική φορά.

Κι αφού οι ίδιοι έδωσαν τα επιχειρήματα στον Κασιδιάρη, προσφέροντάς του ηθική νομιμοποίηση -όπως κάποτε έκαναν με την τρομοκρατία-, άρχισαν την κλάψα, εξηγώντας μας πώς καταπολεμώνται αυτά τα φαινόμενα.

Οχι, οι φτωχοί δεν γίνονται ναζί!

Ετσι, σε δήλωσή του στις 15 Σεπτεμβρίου, ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος, εκπρόσωπος Τύπου και Επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, μας ενημέρωσε ότι:

«Τους “Κασιδιάρηδες” στην Ελλάδα τούς δημιουργούν οι κυβερνητικές πολιτικές φτωχοποίησης. Δεν αποτελεί διέξοδο για τη δίκαιη οργή των πολιτών και των απελπισμένων νέων ο φασισμός. Διέξοδος είναι η αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου και η αξιοπρέπεια στη διαβίωση. Μόνο έτσι το μαύρο θα σκεπαστεί από το χρώμα των ονείρων».

Από κοντά και ο άλλος «αστέρας», ο Νυφούδης, αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου του Τσίπρα, μας είπε στο Open, στις 15 Σεπτεμβρίου, πως «η ανασφάλεια οδηγεί τον κόσμο σε ακραίες πολιτικές». Και πως «ο φασισμός και ο ακροδεξιός εξτρεμισμός είναι κοινωνικό παράσιτο, που τρέφεται πάνω από τις αποτυχίες του πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε οι πολίτες να μπορούν να ζουν καλά στη χώρα τους.

»Δεν μπορεί να στεκόμαστε μόνο στο τι κάνει ο Κασιδιάρης. Πρέπει να κοιτάξουμε τι έχει κάνει η ΝΔ αυτά τα επτά χρόνια -και έξω από τα μνημόνια-, τι προϋποθέσεις δημιούργησε ώστε η μέση ελληνική οικογένεια να μη νιώθει ανασφάλεια.

»Ανασφάλεια που οδηγεί τον κόσμο σε ακραίες πολιτικές. Να στηρίζει ακραίες δυνάμεις, όπως είναι η Ακροδεξιά, γιατί δεν μπορεί να επιβιώσει».

Πλήρης ηθική νομιμοποίηση

Μας λένε δηλαδή όλοι αυτοί πως οι φτωχοί γίνονται με μεγαλύτερη ευκολία φασίστες. Μα αν ήταν έτσι -που δεν είναι, γιατί τη Χρυσή Αυγή στήριξαν πολλοί πλούσιοι-, τότε στην Κατοχή θα γίνονταν όλοι ναζιστές, συνεργάτες των Γερμανών, δωσίλογοι, κουκουλοφόροι και μαυραγορίτες.

Το ίδιο θα συνέβαινε και κάθε φορά που η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με χρεοκοπίες και οικονομικές κρίσεις. Φυσικά, τίποτε από όλα αυτά δεν ισχύει -ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ευρώπη, ούτε στον υπόλοιπο κόσμο.

Καλπάζει η Ακροδεξιά στις πιο πλούσιες χώρες

Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις χώρες με τις οποίες κάθε φορά οι ίδιοι άνθρωποι συγκρίνουν την Ελλάδα όσον αφορά την ακρίβεια, το κόστος ζωής και το Κράτος Δικαίου.

Στις εκλογές του 2023, στην Ολλανδία, το ακροδεξιό κόμμα του Βίλντερς βρέθηκε στην πρώτη θέση. Στη Γερμανία παρακολουθούμε την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία, AfD, είτε να πρωτεύει στις κρατιδιακές εκλογές είτε να αυξάνει τα ποσοστά της. Στις δημοσκοπήσεις καταλαμβάνει πλέον την πρώτη θέση.

Ειδικά στην Ανατολική Γερμανία, όπου δεν υπάρχουν μετανάστες. Μιλάμε για τη Γερμανία, για την οικονομία-ατμομηχανή της Ευρώπης. Η οποία βέβαια -να τα λέμε κι αυτά- μετά τον πόλεμο δεν έπραξε ό,τι έπρεπε για να διαπαιδαγωγήσει τις νέες γενιές, προφανώς για να μην εξαπλωθεί το συλλογικό αίσθημα ενοχής.

Και στη Γερμανία η Ακροδεξιά δεν γιγαντώθηκε τώρα με την κρίση. Είναι πολλά χρόνια που δραστηριοποιείται. Εφτασε στο σημείο να πραγματοποιήσει έφοδο στην Καγκελαρία. Στην Αυστρία, στις εκλογές του 2024, το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας, FPÖ, του Χέρμπερτ Κικλ πρώτευσε, λαμβάνοντας σχεδόν το 29% των ψήφων.

Από τον Σεπτέμβριο του 2024, που πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές, κυβέρνηση σχηματίστηκε από το Λαϊκό Κόμμα, ÖVP, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, SPÖ, και το φιλελεύθερο κόμμα NEOS, στις 3 Μαρτίου 2025. Εξι μήνες για να συμφωνήσουν στο αυτονόητο.

Στη Φινλανδία η κυβέρνηση είναι τετρακομματική από τις 20 Ιουλίου 2023, με τη συμμετοχή της Ακροδεξιάς, των «Αληθινών Φινλανδών», στους οποίους δόθηκε το υπουργείο των Εσωτερικών.

Το ίδιο και στη Σουηδία, όπου μέχρι τις πρόσφατες εκλογές —να δούμε πότε θα σχηματιστεί κυβέρνηση— υπήρχε τρικομματική κυβέρνηση μειοψηφίας, εξαρτώμενη από την ψήφο του ακροδεξιού Ακεσον, των Σουηδών Δημοκρατών, ο οποίος μείωσε το ποσοστό του αλλά παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα.

Στην Ιταλία στην κυβέρνηση είναι η Μελόνι και ο Σαλβίνι, αλλά τώρα βρέθηκε κάποιος ακόμη πιο δεξιός, ο Βανάτσι.

Νορβηγία και Γαλλία: τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα

Στη Νορβηγία, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2025, σχηματίστηκε πεντακομματική κυβέρνηση από τους Εργατικούς και τέσσερις συμμάχους τους από την Αριστερά. Η προηγούμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση έπεσε μετά την αποχώρηση του λαϊκιστικού και ευρωσκεπτικιστικού Κόμματος του Κέντρου. Αλλά στις εκλογές του 2025, το λαϊκιστικό αντιμεταναστευτικό Κόμμα της Προόδου της Σίλβι Λίστχαουγκ εξασφάλισε 48 έδρες, αυξάνοντας κατά 12% το ποσοστό του από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Και το Κόμμα των Συντηρητικών της πρώην πρωθυπουργού Ερνα Σόλμπεργκ, 2013-2021, βρέθηκε στην τρίτη θέση -τη χειρότερη επίδοση της τελευταίας 20ετίας. Προσέξτε τώρα. Η χώρα κάθεται πάνω σε εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και αερίου, διαθέτει ένα εξαιρετικά γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος και ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία, αξίας 20 τρισ. κορονών, δηλαδή 2 τρισ. δολαρίων.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι το έκτο υψηλότερο στον κόσμο, μία μόλις θέση κάτω από τις ΗΠΑ. Μπορούμε, μάλιστα, να πούμε ότι η Νορβηγία είναι η χώρα με τις λιγότερες ανισότητες στον κόσμο.

Η Γαλλία, πάλι, είναι η χώρα με το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος. Αλλά παρ’ όλα αυτά απέκτησε έξι πρωθυπουργούς σε οκτώ χρόνια. Η Γαλλία είναι η χώρα που, σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαθέτει το μεγαλύτερο τμήμα του ΑΕΠ της για το κοινωνικό κράτος.

Το 2023 -δηλαδή πέντε χρόνια μετά την έναρξη των κινητοποιήσεων από τα «Κίτρινα Γιλέκα»- το ποσοστό επί του ΑΕΠ που πήγαινε στο κοινωνικό κράτος και στα πάσης φύσεως επιδόματα ήταν 31,5%, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 26,6%.

Και όμως. Κάθε φορά που διεξάγονται εκλογές, προεδρικές ή βουλευτικές, οι Γάλλοι αγκομαχούν για να αποκλείσουν το κόμμα των Λεπέν-Μπαρντελά, που συνεχώς προελαύνει. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μόνο το 26% των Γάλλων είναι «εντελώς» αντίθετοι στη θέσπιση φραγμών στην Ακροδεξιά. Ωστόσο, το 53% των Γάλλων δεν είναι αντίθετοι ή εμφανίζονται αδιάφοροι για τη νίκη της Λεπέν.

Και βέβαια, άνοδος των άκρων υπήρξε και στις πιο πλούσιες συνοικίες. Επειδή, λοιπόν, όλοι αυτοί δεν πεινούσαν όλα αυτά τα χρόνια -άσχετα με τις τελευταίες εξελίξεις που δημιούργησαν προβλήματα παντού-, η χειρότερη υπηρεσία που μπορούμε να προσφέρουμε στη Δημοκρατία είναι να αναζητούμε τα αίτια και να τα βρίσκουμε στα οικονομικά προβλήματα, προσφέροντας επιχειρήματα στον κάθε Κασιδιάρη.